Φοβερή συνέπεια της πτώσεως ήταν η υποδούλωση του άνθρωπου στον διάβολο καί η ένωσή του μ’ αυτόν χωρίς καμιάν αποστροφή. Γιά τή θλιβερή αυτή υποδούλωση μάς μιλάει ο όσιος Μακάριος ο Μέγας:

«Το βασίλειο του σκότους, δηλαδή ο ίδιος ο πονηρός άρχοντας, αφού αιχμαλώτισε τον άνθρωπο εξαρχής, κάλυψε καί έντυσε την ψυχή του μέ την εξουσία του σκότους ως εξής: Όπως έναν άνθρωπο που τον κάνουν βασιλιά, τον ντύνουν μέ βασιλικά ρούχα από τό κεφάλι μέχρι τά νύχια, έτσι έντυσε ο πονηρός άρχοντας την ψυχή καί όλη την υπόστασή της μέ την αμαρτία, μολύνοντάς την συνολικά καί αιχμαλωτίζοντας την στο βασίλειό του.

Δεν άφησε ούτε ένα μέλος της ψυχής ελεύθερον από την εξουσία του, ούτε λογισμούς ούτε νου ούτε σώμα. Όλη την έντυσε με τον χιτώνα του σκότους… Ολόκληρο τον άνθρωπο, ψυχή καί σώμα, τον μόλυνε καί τον αιχμαλώτισε ο πονηρός, τον έντυσε μέ την αμαρτία καί τόν έκανε παλαιό καί μιαρό, ακάθαρτο καί θεομάχο, ανυπότακτο στον νόμο του Θεού, γιά να μη βλέπει πια όπως θέλει, αλλά να βλέπει μέ τρόπο πονηρό, να ακούει μέ τρόπο πονηρό, να έχει πόδια που να τρέχουν στο κακό καί χέρια πού να κάνουν ανομίες καί ψυχή πού να σκέφτεται πονηρά…

Η αμαρτία έχει ενωθεί μέ την ψυχή, μολονότι καθεμιά έχει τη δική της ξεχωριστή φύση…

«Όπως όταν μέσα στη ζοφερή καί σκοτεινή νύχτα φυσάει άγριος άνεμος, ταρακούνιουνται καί ταλαιπωρούνται καί σείονται όλα τα φυτά, έτσι καί όταν ο άνθρωπος βρίσκεται κάτω από τή σκοτεινή εξουσία της νύχτας, δηλαδή του διαβόλου, καί περνά τή ζωή του μέσα σ’ αυτή τή νύχτα καί τή σκοτεινιά, συγκλονίζεται καί σείεται καί ταρακουνιέται από τόν φοβερό άνεμο της αμαρτίας, ο οποίος ταλαιπωρεί ολόκληρη την ύπαρξή του, την ψυχή του καί τους λογισμούς του καί τον νου του καί όλα τα σωματικά του μέλη. Κανένα μέρος της ψυχής ή του σώματος δεν μένει απαθές καί ελεύθερον από την αμαρτία πού υπάρχει μέσα του».

Μετά την πτώση καί μέχρι την εξαγορά μας από τον Κύριο Ιησού Χριστό, «ο άνθρωπος μέ τη βία καί άθελά του σερνόταν από τόν εχθρό», λέει ο αββάς Δωρόθεος, «έτσι πού ακόμα καί όσοι δεν ήθελαν να αμαρτήσουν, αμάρταναν σχεδόν αναγκαστικά, όπως ομολογεί, εκπροσωπώντας όλους μας, ο απόστολος: “Δεν κάνω τό καλό πού θα ήθελα, αλλά υπηρετώ τό κακό, πού δεν τό θέλω”.

Ο διάβολος ενεργεί πάνω στον άνθρωπο, ξεσηκώνοντας στήν καρδιά του εμπαθή αισθήματα μέ λογισμούς πονηρούς καί φαντασιώσεις αμαρτωλές, φουρτουνιάζοντας και ανάβοντας το αίμα, καταποντίζοντας μέσα σ’ αυτή τη φουρτούνα καί καίγοντας μέσα σ’ αυτή τή φωτιά την υγιή σκέψη του καί τη δύναμη της θελήσεώς του. Η ενέργεια όλων των παθών συνδέεται πολλαπλά μέ τό αίμα. Όπου είναι η κίνηση του αίματος, εκεί οπωσδήποτε ενεργούν τά πάθη, εκεί οπωσδήποτε ενεργούν οι δαίμονες. Η ενέργειά τους δεν γίνεται αντιληπτή από τόν σκοτισμένο μεταπτωτικό άνθρωπο, πού παραμένει στήν κατάσταση της πτώσεως. Οι πονηροί λογισμοί καί οι αμαρτωλές φαντασιώσεις τόσο ανεπαίσθητα καί τόσο δολερά ενεργούν στήν ψυχή, ώστε αυτή νομίζει ότι γεννιούνται από την ίδια καί όχι ότι σπέρνονται μέσα της κρυφά από ένα εχθρικό πνεύμα, πού ενεργεί καί συνάμα θέλει να μείνει απαρατήρητο.

Σε τί συνίσταται ουσιαστικά η αμαρτία των πρωτοπλάστων; Εξωτερικά συνίσταται στη βρώση του απαγορευμένου καρπού. Πρόκειται γιά μια πράξη μέ μεγάλη βαρύτητα καί σημασία —παράβαση της εντολής του Πλάστη από το πλάσμα, εναντίωση του πλάσματος στη θέληση του Πλάστη. Τις διαστάσεις του αμαρτήματος θα τίς αντιληφτούμε, αν αναλογιστούμε ότι τό βασικό στοιχείο της προγονικής παραβάσεως είναι η επιθυμία για ισοθεΐα, επιθυμία την οποία επιτήδεια υπέβαλε στον άνθρωπο ο διάβολος: «… θα γίνετε σάν θεοί καί θα γνωρίζετε τό καλό καί τό κακό». Τό φανερώνει, άλλωστε, καί ο ίδιος ο Θεός μέ τά γεμάτα βαθιά συμπόνια λόγια Του, λίγο πριν διώξει τον Αδάμ από τόν παράδεισο: «Τώρα πια ο Αδάμ έγινε σάν ένας από μας στο να γνωρίζει το καλό καί το κακό».

«Εψεύσθη πάλαι Αδάμ και Θεός επιθυμήσας ου γέγονεν», ψάλλει η αγία Εκκλησία μας. Ο διάβολος, εξαπατώντας τον άνθρωπο, τον παρέσυρε στο δικό του αμάρτημα. Αλλά το αμάρτημα του διαβόλου ήταν εντελώς προσωπική του επινόηση.

Αυτός από μόνος του σκέφτηκε να γίνει ίσος μέ τον Θεό. Καί αφότου το σκέφτηκε, δεν επαψε να το επιδιώκει. Έπεισε, μάλιστα, καί τους πολυάριθμους αγγέλους του τάγματός του να κάνουν το ίδιο. Τέλος, απροκάλυπτα επαναστάτησε εναντίον του Θεού. Ο άνθρωπος, όμως, δεν σκέφτηκε από μόνος του να αποστατήσει από τον Θεό. Παρασύρθηκε, όπως είπαμε, δολερά καί αναπάντεχα. Τό αμάρτημά του ήταν αποτέλεσμα όχι εσωτερικής συλλήψεως καί προθέσεως, αλλά, αφενός, υποδείξεως καί εισηγήσεως του διαβόλου καί, αφετέρου, ελλιπούς φυλάξεως καί εσφαλμένης καλλιέργειας του παραδείσου. Καί έτσι, πάντως, ο άνθρωπος έγινε κοινωνός του διαβόλου καί αιχμάλωτός του. Γι` αυτό καί ο Θεός, εκφέροντας την απόφαση της τιμωρίας του εξαπατημένου πλάσματός Του, υποσχέθηκε συνάμα τη λύτρωσή του μέ την αποστολή του Λυτρωτή.

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.