Ο Κύριος, εξορίζοντας τον άνθρωπο από τον παράδεισο, τον τοποθέτησε απέναντι του στη γη, προκειμένου να τον βλέπει διαρκώς.

Έτσι, διατηρώντας τόν πόθο καί την ελπίδα της επιστροφής στον παράδεισο, θα πενθούσε αδιάλειπτα μέ μετάνοια.
Η τοποθέτηση του Αδάμ ακριβώς απέναντι από τον παράδεισο φανερώνει ότι του δόθηκε ζωηρή ανάμνηση του τόπου της τρυφής. Του τον υπενθύμιζε, άλλωστε, η γη μέ τις ομορφιές της, ομορφιές πού διατηρήθηκαν ως έναν βαθμό καί μετά την αλλοίωσή της από την κατάρα του Θεού.
Η γη ορίστηκε τόπος μετάνοιας γιά τούς πρωτοπλάστους καί γιά όλο το ανθρώπινο γένος, πού θα προερχόταν απ’ αυτούς. Η επίγεια ζωή κάθε άνθρωπου είναι καιρός πού του δόθηκε γιά μετάνοια. Όλη η ανθρωπότητα πάνω στη γη πρέπει να είναι βυθισμένη σε μετάνοια καί σε απαρηγόρητο πένθος.
Κανείς μας δεν πρέπει να προσκολλάται καρδιακά στα υλικά πράγματα του πρόσκαιρου τούτου κατοικητήριο μας πρέπει να συλλογίζεται διαρκώς την επουράνια πατρίδα μας, επιδιώκοντας μ’ όλες του τίς δυνάμεις την επιστροφή σ’ αυτήν.

Ο κόπος καί η κακοπάθεια είναι οι απαραίτητοι σύντροφοι της μετάνοιας, αλλά καί οι γονείς της ταπεινοφροσύνης, γι` αυτό πρέπει να κυριαρχούν στήν επίγεια ζωή μας, όπως όρισε ο Θεός.

Ο άνθρωπος δεν πρέπει να ξεχνά ποτέ τά λόγια του Κυρίου: «Μέ τον Ιδρώτα του προσώπου σου θα τρως τό ψωμί σου» —όχι μόνο τό υλικό άλλά καί τό πνευματικό ψωμί.

Ο άνθρωπος δεν πρέπει να ξεχνά ποτέ ότι στη γη είναι πρόσκαιρα εξόριστος, ότι κι αυτός είναι γη, είναι χώμα, καί ότι πρέπει να επιστρέφει στη γη, από την οποία προήλθε.

Του τό θυμίζουν διαρκώς όλα όσα βλέπει καί βιώνει —οι αλλεπάλληλες καί ποικίλες συμφορές, ο πόλεμος μέ την προσωπική του κακία, ο πόλεμος μέ την κακία των άλλων ανθρώπων, ο πόλεμος μέ τά στοιχεία της φύσεως,ο πόλεμος μέ τη γή, πού, όντας καταραμένη εξαιτίας του, μόνο μέ αιματηρό μόχθο καί ιδρώτα υποτάσσεται σ’ αυτόν.
Του τό θυμίζουν, επίσης, οι αδελφοί του, πού τούς άρπαξε ο αδυσώπητος θάνατος, τον ένα πίσω από τον άλλον. Από τη γη του επιτράπηκε να χρησιμοποιεί μόνο τα απαραίτητα γιά την πρόσκαιρη ζωή του, όχι τα περιττά, πού απομακρύνουν τή σκέψη από την αιωνιότητα.

Όλοι οι δίκαιοι της Παλαιάς Διαθήκης, μέ πρώτον τον Αδάμ, έζησαν στη γη έτσι πως καθόρισε ο Θεός, σαν σε χώρα εξορίας, πένθους καί μετάνοιας, τρέφονταν μέ την ελπίδα της λυτρώσεως κι έβλεπαν μέ τα μάτια της πίστεως την αιωνιότητα.

«Περιπλανήθηκαν», λέει γι’ αυτούς ο απόστολος, «ντυμένοι με προβιές καί κατσικίσια δέρματα, έζησαν μέ στερήσεις, υπέφεραν καταπιέσεις, θλίψεις καί κακουχίες —ο κόσμος δεν ήταν άξιος να έχει τέτοιους ανθρώπους—, πλανήθηκαν σε ερημιές καί σε βουνά, σε σπηλιές καί σε τρύπες της γης. Όλοι αυτοί είχαν την καλή μαρτυρία της πίστεώς τους, όλοι πέθαναν μέ εμπιστοσύνη στον Θεό, χωρίς να λάβουν την εκπλήρωση των υποσχέσεων απλώς τίς είδαν από μακριά, τις εγκολπώθηκαν καί ομολόγησαν ότι είναι ξένοι πάνω στη γη καί περαστικοί απ’ αυτήν»

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.