του Μιχαήλ Χούλη, Θεολόγου. Κοντά στην προβατική πύλη των Ιεροσολύμων (πύλη των προβάτων στο τείχος της πόλης), υπήρχε μια δεξαμενή (κολυμβήθρα) με πέντε στοές, που ονομαζόταν Βηθεσδά ή καλύτερα Βελζεθά (οίκος ελέους). Έχουν βρεθεί μάλιστα και τα ερείπιά της, βορειοανατολικά του Ναού.

Σ’ αυτές τις στοές-υπόστεγα κείτονταν πολλοί άρρωστοι, τυφλοί, κουτσοί, παράλυτοι, που περίμεναν να αναταραχθεί το νερό. Γιατί ένας άγγελος Κυρίου κατέβαινε στη δεξαμενή και, περιστασιακά, ανατάραζε τα νερά. Και όποιος έμπαινε πρώτος μετά την αναταραχή του νερού, αυτός γινόταν καλά, όποια κι αν ήταν η αρρώστια. Εκκλησιαστικά, η Βηθεσδά συμβολίζει το μυστήριο του Βαπτίσματος και την άφεση των αμαρτιών δια Ιησού Χριστού.

Αναμονή: Μεγαλύτερο Θαύμα από την Θεραπεία

Η καταγραφείσα αυτή στο Ευαγγέλιο παράδοση, περί θεραπείας κάθε είδους πάθησης με τον ερχομό του αγγέλου, και μάλιστα στον πρώτο μόνο που κάθε φορά έμπαινε στο νερό, υποδηλώνει Σημείο εκ Θεού και όχι ιαματικά λουτρά. Γιατί θεράπευε όμως έναν μόνο κάθε φορά ο άγγελος και όχι όλους μαζί; Ίσως γιατί η αναμονή, που συνοδεύεται με πίστη, είναι μεγαλύτερο θαύμα από την ίδια την θεραπεία, αλλά και διότι ο πόνος μπορεί να οδηγήσει αληθινότερα και βαθύτερα κάποιους στο Θεό απ’ ότι η υγεία. Παραδείγματα είναι: ‘το σκουλήκι’ της σαρκός του αποστόλου Παύλου που τον βοηθούσε να ταπεινώνεται, ο Μίλτων που είδε με την τύφλωσή του καθαρότερα τα μυστήρια της πίστεως και τα τραγούδησε στον «Απολεσθέντα Παράδεισό» του, ο Μπετόβεν που αν και ήταν κουφός έφτασε τη μουσική του σε θεία ύψη, και ο εξαίρετος φυσικομαθηματικός και φιλόσοφος Πασκάλ, που ένεκα σωματικής αρρώστιας παρακινήθηκε προς την χριστιανική ζωή. Επιπλέον, για τη σωτηρία μας ο Θεός επιζητεί ζωντανή πίστη και όχι απλά συμφέρον, ακόμη και αν αυτό είναι ζήτημα υγείας. Η θεραπεία μας άλλωστε δεν είναι μαγική υπόθεση, αφού ο ίδιος ο Θεός είναι η πραγματική μας λύτρωση, είτε είμαστε υγιείς είτε όχι.

Όταν ο Ιησούς βρέθηκε εκεί κατά τη γιορτή της εβραϊκής Πεντηκοστής (ανάμνηση της προσφοράς του Νόμου από το Θεό στο όρος Σινά) συνάντησε έναν άρρωστο, ημιπαράλυτο μάλλον, που κατάλαβε πως ήταν κλινήρης για 38 ολόκληρα χρόνια. Πώς το διέγνωσε αυτό ο Ιησούς; Μας το αποκαλύπτει ο ευαγγελιστής Ιωάννης: «Δεν χρειαζόταν να τον πληροφορήσει κανείς για έναν άνθρωπο, γιατί Αυτός ήξερε καλά τι είχε καθένας μέσα του» (Ιω. 2, 25) ως Θεάνθρωπος που είναι.

Σήκω, πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα

Ο Χριστός ρώτησε αμέσως μετά τον ασθενή αν ήθελε να γίνει καλά.
Γιατί τέτοια ερώτηση;
Διότι ορισμένοι άρρωστοι είναι αλήθεια ότι δεν θέλουν να αποκτήσουν την υγεία τους (ή να πιστέψουν), επειδή τους συμφέρει να μείνουν έτσι!
-Διαφορετικά, θα ήσαν υποχρεωμένοι να αλλάξουν και τρόπο ζωής! Και ο Θεός ως γνωστόν δεν παραβιάζει πόρτες συνειδήσεων και βουλήσεων. Σε κάποια λιτανεία λ.χ. των  λειψάνων του αγίου Μαρτίνου στην Ευρώπη, διαδόθηκε, όπως και πράγματι συνέβαινε, ότι απ’ όπου περνάει ο άγιος θεραπεύονται οι ασθενείς και κατάκοιτοι. Τότε ένας σακάτης επαίτης είπε στον διπλανό του: “πάμε να φύγουμε σύντροφε, γιατί αν περάσει από εδώ το λείψανο και γίνουμε καλά, πώς θα ζήσουμε μετά;”

‘Κύριε, αποκρίθηκε ο άρρωστος, δεν έχω κανέναν να με ρίξει στη δεξαμενή. Πάντοτε προλαβαίνει άλλωστε κάποιος άλλος και πέφτει πρώτος μέσα’. Στα λόγια του κλινήρη ασθενή διακρίνουμε την ανάγκη για συντροφιά και κοινωνία με τους συνανθρώπους του -που ο Θεός την ικανοποιεί με την θεραπεία που προσφέρει- αλλά και τη σκληρότητα και τον ανταγωνισμό της κοινωνίας, που πολλές φορές δυστυχώς οδηγεί στην απομόνωση και τον παραγκωνισμό πολλούς. Ο Ιησούς τού απαντά: «Σήκω, πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα». Αμέσως ο άνθρωπος έγινε καλά, σήκωσε το κρεβάτι του και περπατούσε. «Όπου Θεός βούλεται νικάται φύσεως τάξις». Ο δε Ιησούς έφυγε αμέσως από εκεί, απαρατήρητος, εξαιτίας του πλήθους που είχε μαζευτεί. Αυτό το έκανε και σε άλλες περιπτώσεις για να μην τον αναγορεύσουν εσφαλμένα κοσμικό ηγέτη τους και του δώσουν πολιτικές και στρατιωτικές διαστάσεις (βλ. και Ιω. 6,15).

Σήκω, πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα

Είναι ο Χριστός Κύριος και του Σαββάτου;

Ο σκανδαλισμός των Ιουδαίων, και μάλιστα μιας μερίδας που υποκινούσε τους ομοεθνείς τους εναντίον του Ιησού, προέκυψε έντονα από τις θεραπείες του την ημέρα του Σαββάτου. Μετά την Βαβυλώνια ιδιαίτερα Αιχμαλωσία θεωρούσαν οι Ιουδαίοι την αργία του Σαββάτου -ημέρα λειτουργικής κατάπαυσης και ησυχίας, σε ανάμνηση της ανάπαυσης του Θεού την έβδομη ημέρα της Δημιουργίας- ως την σπουδαιότερη εντολή. Για την ημέρα αυτή μάλιστα είχαν ορισθεί 39 απαγορεύσεις για συγκεκριμένες εργασίες. Επίσης ορισμένοι εβραϊκοί κύκλοι θορυβήθηκαν ιδιαίτερα εξαιτίας της εντολής που έδωσε ο Χριστός στον πρώην ασθενή να σηκώσει την ημέρα του Σαββάτου το κρεβάτι του.

Το σημαντικότερο ερώτημα του παρόντος κειμένου στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη είναι επομένως το εξής:
Είναι ο Χριστός Κύριος και του Σαββάτου;
Διότι αν είναι -αποκαλύπτεται φυσικά ότι είναι- τότε είναι Κύριος και Θεός, αφού μόνο ο Θεός έχει το δικαίωμα να αναιρεί ή να αναθεωρεί τις διατάξεις και εντολές του Νόμου, που ο ίδιος θέσπισε. Και το συμπέρασμα εξάγεται λογικό επίσης: Αφού ο Ιησούς κάνει μοναδικά θαύματα και το Σάββατο, άρα είναι ο Υιός του Θεού, όπως ο ίδιος εξάλλου ισχυρίζεται. Διαφορετικά, αν δηλαδή παραπλανούσε τον κόσμο, δεν θα Του επέτρεπε ο Θεός να θαυματουργεί!

Όταν στη συνέχεια οι Ιουδαίοι άρχοντες ανέκριναν τον θεραπευμένο, εκείνος, με το ίδιο σκεπτικό περίπου, ορθώς απάντησε: ‘Είναι δυνατόν να παρακούσω κάποιον που, αφού με έκανε καλά, μού υπέδειξε μετά να σηκώσω το κρεβάτι μου;’ Δηλαδή, σαν να τους έλεγε: Αν δεν είναι εκ Θεού, τότε πώς ο Θεός τού επιτρέπει να θεραπεύει; Και, αφού θεραπεύει, δεν οφείλω να τον υπακούσω;  Όταν αργότερα τον συνάντησε ο Ιησούς στον ναό, του είπε: «Βλέπεις, έχεις γίνει καλά. Από δω και πέρα όμως μην αμαρτάνεις, για να μην πάθεις τίποτα χειρότερο».

Του επισημαίνει ο Ιησούς πως η αρρώστια προϋποθέτει την αμαρτία, είτε ως προσωπικό κακό είτε ως αρρώστια της φύσεώς μας. Και ότι η χάρη του Θεού αποτραβιέται από κάποιον που αμαρτάνει συνεχώς χωρίς να μετανοεί. Στον τελευταίο ενδέχεται να συμβούν ανεπανόρθωτες καταστάσεις, αφού οικειοθελώς αρνείται τη Θεία προστασία (βλ. Ματθ. 12, 43-45).

Τέλος, οι Ιουδαίοι ακριβώς γι’ αυτό κατεδίωκαν τον Ιησού και ήθελαν να τον σκοτώσουν:
Γιατί έκανε τα έργα αυτά το Σάββατο, και γιατί τους έλεγε: «Ο Πατέρας μου εξακολουθεί να εργάζεται ως τώρα, γι’ αυτό κι εγώ Εργάζομαι» (Ιω. 5,16-17). Τόνιζε δηλαδή αποκαλυπτικά την θεία Του φύση, ότι είναι κατά φύσιν Υιός του Θεού και όχι ηθικά, ότι έχει την αρμοδιότητα του εσχατολογικού Κριτή των πάντων. Οι Ιουδαίοι άρχοντες λοιπόν, και κάποιες ομάδες φανατικών πιστών, ζητούσαν ολοένα περισσότερο να τον σκοτώσουν, «όχι μόνο γιατί παραβίαζε τους κανόνες του Σαββάτου, αλλά και γιατί ονόμαζε τον Θεό πατέρα του, εξισώνοντας έτσι τον Εαυτόν του με τον Θεό» (Ιω. 5,18). Στη συνέχεια μάλιστα τού κατά Ιωάννη Ευαγγελίου φαίνεται καθαρά στα λόγια του Χριστού η εξουσία που έχει από τον Πατέρα Του να ανασταίνει νεκρούς, να μοιράζει τη ζωή, να κρίνει τους ανθρώπους, να τιμάται όπως και ο Πατέρας του, να χορηγεί τον ουράνιο άρτο, που χαρίζει αφιλοκερδώς σ’ αυτούς που πεινούν για πνευματική τροφή και λύτρωση (Ιω. 5, 19 κ.ε.).

 

ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ:

Το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο (Α΄ Κεφ. 1-12), Σάββα Αγουρίδη, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλ. 2005

Ψιχία Από Της Τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθ. 1973

Μιχαήλ Χούλης, Θεολόγος

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.