Το να ασχοληθεί κανείς με το θέμα των «δια Χριστόν σαλών», δεν είναι ούτε εύκολο, ούτε ανώδυνο. Εύκολο δεν είναι, γιατί τα στοιχεία που θα βοηθούσαν σε κάτι τέτοιο είναι λιγοστά, όπως άλλωστε λιγοστοί είναι κι αυτοί στον εκκλησιαστικό χώρο· ούτε ανώδυνο, γιατί και οι ίδιοι και η ζωή τους αποτελούν μια ρωγμή στο κοσμικό κατεστημένο και μια χαρισματική υπέρβαση της εκκλησιαστικής τάξεως. Αξίζει όμως τον κόπο η περιπλάνηση μέσα στον τρόπο της ζωής τους γιατί είναι γεμάτος εκπλήξεις, έξω από τα γνωστά μιας πνευματικής ζωής.

Το γεγονός ότι ο ίδιος ο Χριστός θεωρήθηκε και κατηγορή­θηκε από το ιουδαϊκό ηθικό και θρησκευτικό κατεστημένο σαν συνεργός του δαίμονα και ακόμα περισσότερο σαν δαιμονισμέ­νος, αφήνει περιθώρια στην Εκκλησία για την εμφάνιση μιας χαρισματικής σαλότητας. Αλλωστε κι ο ίδιος πολλές φορές τόνισε με ιδιαίτερη έμφαση την ανάγκη της παιδικής απλότητας στην ύπαρξη και τη ζωή μας.
Ακολουθώντας τα βήματα του Διδασκάλου του, ο Από­στολος Παύλος, στην προσπάθειά του να οδηγήσει τους ανθρώ­πους της εποχής του στην «οδό των αγίων», χρησιμοποίησε την «μωρία του Θεού» (Α’ προς Κορινθίους, κεφ. 1, στίχος 25) για να το πετύχει. Γενόμενος «θέατρο τω κόσμω και αγγέλοις και ανθρώποις,… μωρός δια Χριστόν… ασθενής… άτιμος» (Α’ Κορ. 4, 9-10) γέννησε όπως λέει ο ίδιος «εν Χριστώ Ιησού» πολλούς.
Φαίνεται, ότι όσο η εκκλησία ασκούσε με ένταση, κάτω απ’ την πίεση των διωγμών, το ιεραποστολικό της έργο, υπήρξαν πολλοί μιμητές του Απ. Παύλου. Αργότερα, στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία πια, όταν η εκκλησία έχει αποκτήσει ένα κώδικα, οι προηγούμενες περιπτώσεις εξαφανίζονται σχεδόν. Από και­ρό σε καιρό όμως εμφανίζονται μερικοί Χριστιανοί, μοναχοί κυ­ρίως, που ζουν μια ζωή που δεν ταιριάζει σ’ αυτόν τον κώδικα. Η ζωή τους είναι γεμάτη παραξενιές που προκαλούν σκανδαλισμό. Η συμπεριφορά τους δεν προσαρμόζεται σε κάποια παρα­δεκτή μορφή χριστιανικής ζωής. Μοιάζουν πάρα πολύ με αν­θρώπους που έχουν προβλήματα με τη διανοητική τους κατά­σταση και τους ονομάζουν «σαλούς», τρελούς δηλαδή. Αυτών όμως των ανθρώπων η σαλότητα διαφέρει. Η διαφορά βρίσκε­ται στο ότι η ζωή τους είναι γεμάτη από διδασκαλίες και θαυματουργίες που βοηθούν και επιστρέφουν πολλούς ανθρώπους στην ορθότητα της χριστιανικής ζωής. Γι’ αυτό η Εκκλησία τους ονόμασε «σαλούς», αλλά «δια Χριστόν». Δεν γνωρίζουμε πολλούς που έχουν αυτόν τον τίτλο. Οι πιο γνωστοί είναι οι ά­γιοι Ανδρέας και Συμεών.

Εκτός όμως απ’ αυτούς, υπήρξαν και πολλοί άλλοι που αυτοονομάζονταν «σαλοί δια Χριστόν», με αποτέλεσμα πολλοί εκ­κλησιαστικοί άνδρες να κάνουν αρνητικές κρίσεις, όπως ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος ή ο Φιλόθεος Κόκκινος. Φαίνεται όμως ότι το πρόβλημα ήταν αρκετά μεγάλο. Η εν Τρούλω Στ΄ Οικουμενική Σύνοδος μάλιστα, έφτασε στο σημείο να ασχοληθεί μ’ αυ­τό το πρόβλημα και ν’ αναφερθεί σε ειδικό κανόνα της (ξ’) σ’ αυ­τούς. Τους ονομάζει «υποκρινομένους δαιμονάν» και «τρόπων φαυλότητι προσποιητώς τα εκείνων σχηματιζομένους».
Χαρακτηριστικό των «δια Χριστόν σαλών» είναι ο «εμπαιγ­μός του κόσμου». Μετά από μακροχρόνια άσκηση εγκαταλεί­πουν την έρημό τους και επιστρέφουν στις πόλεις, συμπεριφερό­μενοι κάθε άλλο παρά σαν «καλοί Χριστιανοί». Δημιουργούν προβλήματα στις ακολουθίες μέσα στους ναούς, αλλά και στους «ηθικούς ανθρώπους». Αδιαφορούν για τους τύπους της κοινω­νικής ζωής. Παρουσιάζουν μια εξωφρενική ελευθεριότητα συμπεριφοράς. Οι άνθρωποι όμως προβληματίζονται όταν τους βλέ­πουν να θαυματουργούν ή να καθοδηγούν στην χριστιανική ζωή ανθρώπους που δεν είχαν σχέση μαζί της.
Τέτοιος είναι και ο άγιος Συμεών ο δια Χριστόν Σαλός. Τον βίο του έγραψε ο Επίσκοπος Νεαπόλεως (Λεμεσσού) της Κύ­πρου Λεόντιος που έζησε όταν αυτοκράτορας ήταν ο Μαυρίκιος (582-602). Εκτός από αυτό το βίο, έγραψε και άλλα αξιόλογα έργα: «Βίος Αγίου Ιωάννου του Ελεήμονος», «Εις την Μεταμόρφωσιν», «Εις τον Συμεώνα και ότε εδέξατο τον Κύριον εις τας αγκάλας αυτού», «Εις την ημέρα της Αγίας Μεσοπεντηκοστής». Αυτό το πλήθος των έργων, έκανε τον Δαμασκηνό να πει ότι: «τοις εαυτού λόγοις την Κυπρίων κατεκόσμησεν νήσον». Υπήρξε σύγχρονος του αγίου Συμεών και με μεγάλη γλαφυρότητα περιέγραψε, με γλώσσα της εποχής, τον «Βίο και Πολιτεία του αββά Συμεών του δια Χριστόν επονομασθέντος Σαλού».

Μετά από ένα εκτενές προοίμιο, ο Λεόντιος παρουσιάζει τον βίο του αγίου. Στην Ιερουσαλήμ, κατά την εορτή της υψώ­σεως του Τιμίου Σταυρού, την εποχή του Ιουστινιανού (527-565), συνδέονται με αδελφική αγάπη δύο νέοι από τη Συρία: ο Ιωάννης και ο Συμεών. Επιστρέφοντας στην πατρίδα τους, αποφασίζουν να εγκαταλείψουν τον κόσμο. Κοντά στον ποταμό Ιορδάνη, αφήνουν στον Θεό να τους υποδείξει την οδό της σω­τηρίας τους. Η εγκατάλειψη των πάντων, σύμφωνα με την ευαγγελική εντολή, από εκείνη τη στιγμή γίνεται τρόπος ζωής τους. Η απόφασή τους είναι τέτοια που ο ένας στηρίζει τον άλλο σ’ αυτήν. Ο πόθος κι η αγάπη προς τον Θεό δεν σβήνουν πλέον.
Βαδίζοντας φτάνουν στο μοναστήρι του αββά Γερασίμου, όπου η βαθιά τους εμπιστοσύνη στο Θεό αποδεικνύεται βάσιμη. Εχουν αφήσει Αυτόν να ρυθμίζει την ζωή τους: «Εν οίω κελεύ­εις ημάς αποτάξασθαι μοναστηρίω, εύρωμεν την θύραν ανοικτήν». Εκεί συναντούν τον Νίκωνα, άνθρωπο «υπό Θεού τετιμημένο». Καθώς αυτός τους υποδέχεται, προλέγει τη ζωή του Συμεών αποκαλώντας τον «σαλό». Τους προετοιμάζει για τους αγώνες που πρόκειται να κάνουν στην πορεία τους προς την α­γιότητα, παρηγορώντας τους συγχρόνως και για τους δικούς τους που έχουν εγκαταλείψει.
Ο ενθουσιασμός τους γίνεται ακόμα μεγαλύτερος και η α­πόφασή τους περισσότερο βέβαιη, όταν, με τη χάρη του Θεού, βλέπουν την άρρητη δόξα που περιβάλλει ένα νεόκουρο μοναχό. Ζητούν από τον ηγούμενο να τους κάνει όπως εκείνον.
Μετά την κουρά τους οδηγούν την αποταγή τους στο άκρο: «ώσπερ ενεκατελείπαμεν και απεταξάμεθα των κοσμικών, αποταξώμεθα τελείως από πάσης πνοής». Αποφασίζουν να φύγουν στην έρημο. Εμπιστεύονται πάλι στο Θεό να καθοδηγήσει τα βήματά τους. Βρίσκουν την καλύβα κάποιου μακαρίτη αββά και την μετατρέπουν σε στάδιο αγώνων. Ο διάβολος προσπαθεί να τους δημιουργήσει προβλήματα με την ενθύμηση των δικών τους· η προσευχή όμως λύνει το πρόβλημα και η θεία πρόνοια το τακτοποιεί. Η άσκηση κι ο αγώνας εντείνονται, όπως και οι πειρασμοί. Η πρόοδός τους όμως δεν σταματά.
Μετά από δεκαετίες αγώνων, η αγάπη του ανθρώπου θα τους χωρίσει. Ο Συμεών αναγγέλλει στον Ιωάννη: «Υπάγω εμπαίζω τον κόσμο». Βαθύτερος σκοπός του η σωτηρία των άλ­λων. Ο Ιωάννης προσπαθεί να τον μεταπείσει, τονίζοντάς του τον κίνδυνο να χάσει στον κόσμο ό,τι κέρδισε στην έρημο. Ο Συμεών όμως υπακούει στη θεία κλήση. Μετά από μια σύντομη επίσκεψη στους Αγίους Τόπους αρχίζει τους αγώνες του «δια Χριστόν Σαλού».

Στη συνέχεια ο βίος του είναι γεμάτος από παραδοξότητες, «σαλότητες», θαυματουργίες, διδασκαλίες, καθοδήγηση ψυχών με πολλούς και διάφορους τρόπους. Είναι συχνοί όμως και οι διωγμοί και ξυλοδαρμοί του αγίου.
Το τέλος του, ειρηνικό, επέρχεται την ώρα του ύπνου, μέσα στο καλύβι του. Οι γνωστοί του το αντιλαμβάνονται μετά δύο ημέρες. Η ταφή του γίνεται χωρίς καμιά χριστιανική ακολουθία, στο «ξενοτάφιο». Σ’ ένα όμως Εβραίο που ο άγιος έκανε χρι­στιανό, αποκαλύπτεται η συνοδεία και οι ψαλμωδίες των αοράτων αγγελικών δυνάμεων. Ενας διάκονος, ο Ιωάννης, ο μόνος που γνώριζε την αρετή του αγίου, τρέχει να παραλάβει το λείψα­νό του. Δεν βρίσκουν όμως τίποτα στον τάφο. Ο Κύριος τον δό­ξασε μεταθέτοντάς τον. Τότε όλοι, ξυπνώντας σαν από ύπνο, εννοούν ποιος ήταν ο «σαλός».
Στον επίλογο, ο Λεόντιος παραθέτει πολλές αγιογραφικές μαρτυρίες αφανών αγίων όπως ο Συμεών. Τελειώνει με την προ­τροπή: «πρόσεχε σεαυτώ μόνον και μηδέ τοις σοις, μηδέ τοις περί σε, αλλά σεαυτώ μόνον».

Μετά απ’ αυτή τη σύντομη παρουσίαση του βίου αυτού του θαυμαστού αγίου ας εντοπίσουμε μερικά χαρακτηριστικά του σημεία.
Αρχή όλου του του αγώνα, αλλά και συνοδοιπόρος σ’ όλη του τη ζωή, είναι η αποταγή του κόσμου. Το ξεκίνημα αυτό είναι η αρχή των πάντων στην ασκητική ζωή. Γι’ αυτόν, όπως και για τον σύντροφό του Ιωάννη, το πρόβλημα τίθεται κατά διαζευκτι­κό τρόπο. Απ’ το ένα μέρος «η οδός η απάγουσα εις την ζωή», εκπροσωπείται από το δρόμο που οδηγεί στον Ιορδάνη ποταμό, απ’ την άλλη «η οδός η απάγουσα εις τον θάνατον», εκπροσω­πείται από τον δημόσιο δρόμο. Αφού λαμβάνεται η απόφαση, ό­λη η σκέψη και η ζωή κατευθύνεται απ’ αυτήν. Γίνεται έργο με την κουρά στο μοναστήρι του αββά Γερασίμου και, στη συνέ­χεια, ολοκληρώνεται με τη φυγή στην έρημο.
Αυτό που τον οδηγεί σ’ αυτή την αποταγή του κόσμου, είναι ο πόθος για τη θεία ζωή. Είναι χαρακτηριστικό ότι γι’ αυτόν η η­μέρα της κουράς του είναι ημέρα αναγεννήσεως. Ο μοναχός γι’ αυτόν είναι άγγελος του Θεού και για να τον δεις μόνο, πρέπει να γίνεις σαν κι αυτόν. Ο ενθουσιασμός τον οδηγεί και στην απο­μάκρυνση απ’ την κοινοβιακή ζωή: «αποταξώμεθα από πάσης πνοής». Απ’ τη στιγμή που κείρεται, η ψυχή του δεν θέλει να δει και να ακούσει κανένα: οποιοσδήποτε του στερεί την παρουσία του Θεού.
Η τέλεια φυγή του κόσμου τον οδηγεί στο να ζει και να υ­πάρχει μόνο για τον Θεό. Όλες του οι αποφάσεις κατευθύνονται απ’ Αυτόν. Απ’ την αρχή της αποταγής του μέχρι την κοίμησή του, το θέλημά του δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο η θέληση του Θε­ού. Σε ποιο μοναστήρι θα πάει, το πόσο θα μείνει εκεί, το ποιος θα φροντίσει για τους γονείς του, το που και πως θα ζήσει σαν ερημίτης, το πως θα ασκηθεί, όλα αφήνονται στο θέλημα του Θεού. Το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να γνωρίζει αυτό το θέλη­μα.
Στην έρημο μένει για δεκαετίες. Όπως όλων των ερημιτών και ασκητών, η ζωή του είναι «νηστεία, αγρυπνία, προσευχή», αλλά και συνεχής πάλη με το διάβολο. Όμως η σκληρή άσκηση φέρνει τα αποτελέσματά της. Αφού αυτός δεν παρηγορεί μόνος του τον εαυτό του, η παρηγοριά έρχεται απ’ το Θεό. Με τη χάρη του Θεού φτάνει στην τέλεια απάθεια.
Η κορύφωση και η ολοκλήρωση του αγώνα του είναι ο εμ­παιγμός του κόσμου. Ο τίτλος του «δια Χριστόν Σαλού» είναι σπανιότατος. Σε πολλούς αγίους και οσίους η άσκηση είναι η ίδια με αυτήν του αγίου Συμεών. Η χάρη όμως της σαλότητας δόθηκε σε ελάχιστους. Ο άγιος Συμεών ασκείται μαζί με τον αδελφό Ιωάννη για περισσότερο από τριάντα χρόνια. Κι όμως, μόνο σ’ αυτόν δίνεται αυτή η χάρη. Σ’ αυτή του τη φυγή στην έ­ρημο του κόσμου δεν οδηγείται από το θέλημά του· είναι ο Θεός που τον καλεί και ο Συμεών γίνεται σκεύος Του.

Παρέμειναν ασκητεύοντας στην έρημο άλλα είκοσι εννιά χρόνια, ζώντας με μεγάλη άσκηση και κακοπάθεια, με κρύο και με ζέστη, και υπέμειναν πολλούς και ανεκδιήγητους πειρασμούς από τον διάβολο και τον νίκησαν και έφτασαν σε μεγάλα μέτρα, ιδιαίτερα ο Συμεών με την ακακία και καθαρότητα που είχε. Αυτός, με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος που υπήρχε σ’ αυτόν, αισθανόταν να μη φοβάται ούτε πάθος ούτε κρύο ή πείνα ή ζέστη, αλλά σχεδόν είχε φτάσει σε μέτρα που ξεπερνούσαν την ανθρώπινη φύση. Λέει λοιπόν στον Ιωάννη: «Σε τί μας ωφελεί, αδελφέ μου, να συνεχίσουμε να μένουμε σ’ αυτή την έρημο; Αν όμως θέλεις να μ’ ακούσεις, σήκω να φύγουμε, για να σώσουμε κι άλλους, γιατί εδώ δεν ωφελούμε παρά μόνο τους εαυτούς μας και δεν έχουμε μισθό από κανέναν άλλο». Και άρχισε να του λέει από την Αγία Γραφή τα εξής: «Κανείς να μη ζητά το δικό του συμφέρον, αλλά του άλλου» (Α΄ Κορ. 10, 24), και «Σε όλους έγινα τα πάντα, για να σώσω μερικούς» (Α΄ Κορ. 9, 22). Επίσης από το Ευαγγέλιο: «Έτσι να λάμψει το φως σας μπροστά στους ανθρώπους, για να δουν τα καλά σας έργα και να δοξάσουν τον Πατέρα σας στον ουρανό» (Ματθ. 5, 16) και άλλα παρόμοια. Αποκρίθηκε ο Ιωάννης λέγοντάς του: «Νομίζω, αδελφέ μου, ότι ο Σατανάς μίσησε την ησυχία μας και σου δημιούργησε αυτό το λογισμό. Κάθησε καλύτερα να τελειώσουμε στην έρημο αυτό το δρόμο που αρχίσαμε και στον οποίο μας κάλεσε ο Θεός».

Του λέει ο Συμεών: «Πίστεψέ με, εγώ δεν πρόκειται να μείνω, αλλά με τη δύναμη του Θεού θα πάω να εμπαίξω τον κόσμο». Του λέει πάλι ο αδελφός του: «Μη, καλέ μου αδελφέ, μη σε παρακαλώ, για τ’ όνομα του Κυρίου μας, μη με αφήσεις μόνο μου, τον ταπεινό. Εγώ δεν έφτασα ακόμα σ’ αυτά τα μέτρα, για να εμπαίξω τον κόσμο. Όμως, για το όνομα Αυτού που μας συνέδεσε, μη θελήσεις να χωριστείς απ’ τον αδελφό σου. Γνωρίζεις καλά ότι μετά από το Θεό δεν έχω παρά μόνο εσένα, αδελφέ μου. Τους αρνήθηκα όλους, προσκολήθηκα σε σένα, και τώρα θέλεις να με αφήσεις, σαν σε πέλαγος, μέσα σ’ αυτήν την έρημο. Θυμήσου εκείνη την μέρα που ρίξαμε κλήρο και πηγαίναμε προς τον όσιο Νίκωνα, ότι υποσχεθήκαμε να μη χωρίζεται ο ένας από τον άλλον. Θυμήσου εκείνη την φοβερή ώρα, τότε που φορέσαμε το άγιο σχήμα και ήμαστε οι δύο σαν μια ψυχή, ώστε όλοι να παραξενεύονται για την αγάπη μας. Μην ξεχνάς τα λόγια του μεγάλου γέροντα που μ’ αυτά μας συμβούλεψε την νύχτα που φύγαμε, μη, σε παρακαλώ, μήπως χαθώ και ζητήσει την ψυχή μου από σένα ο Θεός». Του λέει πάλι ο Συμεών: «Ας υποθέσουμε ότι πέθαινα΄ δεν θα έπρεπε να φροντίζεις εσύ τον εαυτό σου, καθώς θα έμενες μόνος; Πίστεψε με, αν έρθεις, έχει καλώς, αλλιώς εγώ δεν πρόκειται να μείνω».

Μόλις είδε ο αδελφός Ιωάννης ότι επέμενε, κατάλαβε ότι είχε πληροφορία από τον Θεό να το κάνει΄ επειδή δεν μπορούσε τίποτε να τους χωρίσει, παρά μόνο ο θάνατος, ίσως ούτε κι αυτός. Μάλιστα πολλές φορές παρακάλεσαν τον Θεό, να τους πάρει κοντά Του μαζί και τους δύο, και πίστευαν ότι ο Κύριος θα κάνει δεκτή αυτή τους την αίτηση, όπως έκανε κι όλες τις άλλες. Λέει λοιπόν ο Ιωάννης: «Πρόσεχε, Συμεών, μήπως ο διάβολος θέλει να σε περιπαίξει». Αυτός όμως του είπε: «Εσύ μόνο να μη με ξεχάσεις στην προσευχή σου, όπως ούτε εγώ εσένα, και ο Θεός και οι προσευχές σου θα με σώσουν».
Άρχισε πάλι ο αδελφός να τον συμβουλεύει και να του λέει: «Πρόσεξε, φυλάξου, αδελφέ μου Συμεών μήπως όσα μάζεψε η έρημος, τα σκορπίσει ο κόσμος΄ και ό,τι ωφέλησε η ησυχία, το καταστρέψει η ταραχή΄ και όσα σου πρόσφερε η αγρυπνία, τα χάσεις με τον ύπνο. Ασφαλίσου, αδελφέ μου, μήπως τη σωφροσύνη της μοναχικής ζωής την καταστρέψει η απατηλή κοσμική ζωή. Πρόσεχε μήπως τον καρπό της στερήσεως των γυναικών από τις οποίες σε έσωσε μέχρι σήμερα ο Θεός, τον καταστρέψει η συναναστροφή σου μ’ αυτές. Πρόσεχε μήπως την ακτημοσύνη την αφαιρέσει η φιλοκτημοσύνη, μήπως το σώμα που έλιωσε από τη νηστεία, παχύνει πάλι από τις τροφές. Πρόσεχε, αδελφέ μου, μήπως χάσεις την κατάνυξή σου με το γέλιο και την προσευχή σου με την αμέλεια. Πρόσεχε, σε παρακαλώ, μήπως, ενώ το πρόσωπό σου γελάει, ο νους σκορπίζεται, μήπως αυτά που αγγίζουν τα χέρια τ’ αγγίζει και η ψυχή, μήπως ενώ το στόμα τρώει, η καρδιά αισθάνεται ηδονή, μήπως, ενώ τα πόδια βαδίζουν, διαταραχθεί με τρόπο άτακτο η εσωτερική σου ησυχία και με λίγα λόγια, μήπως όσα κάνει το σώμα εξωτερικά τα κάνει και η ψυχή εσωτερικά. Αλλά, αν πήρες από το Θεό δύναμη, αδελφέ μου, ώστε ο,τιδήποτε και να κάνει το σώμα, σχήματα, λόγια ή πράξεις, να μένει ατάραχος και ασύγχυτος ο νους και η καρδιά σου και να μη μολύνεται και να μη βλάπτεται καθόλου από αυτά, πραγματικά εγώ χαίρομαι για τη σωτηρία σου, μόνο παρακάλεσε το Θεό να μη μας χωρίσει εκεί τον ένα από τον άλλο».

Του λέει τότε ο αββάς Συμεών: «Μη φοβάσαι, αδελφέ Ιωάννη, γιατί αυτό που κάνω δεν το κάνω από μόνος μου, αλλά επειδή μου το προστάζει ο Θεός. Και από αυτό θα καταλάβεις ότι με την βοήθεια του Θεού, το έργο μου Τον ευαρέστησε, όταν, πριν πεθάνω, θα έρθω και θα σε προσκαλέσω και θα σε ασπαστώ και ύστερα από λίγες μέρες θα έρθεις και θα με συναντήσεις. Σήκω όμως για να προσευχηθούμε».

Αφού προσευχήθηκαν για πολλή ώρα και αλληλοασπάστηκαν έχοντας μουσκέψει τα στήθη τους με τα δάκρυά τους, τον άφησε να φύγει συνοδεύοντάς τον για αρκετή απόσταση. Δεν του έκανε καρδιά να χωριστούν, αλλά όταν του έλεγε ο αββάς Συμεών: «Γύρνα πίσω, αδελφέ», αισθανόταν σαν να τον χώριζε μαχαίρι από το σώμα του και τον παρακαλούσε πάλι να τον συνοδέψει ακόμη λίγο. Επειδή όμως τον πίεσε πολύ ο αββάς Συμεών, γύρισε πίσω βρέχοντας την γη με δάκρυα.

VI 
Ο Συμεών εμπαίζει τον κόσμο

Αμέσως ο Συμεών κατευθύνθηκε προς την Αγία Πόλη του Χριστού και Θεού μας. Όπως έλεγε, διψούσε πολύ και φλεγόταν τόσα χρόνια από την επιθυμία να απολαύσει τους Αγίους Τόπους του Χριστού. Επισκέφθηκε λοιπόν τον Άγιο και ζωοποιό Τάφο του Χριστού, όπως επίσης και το Γολγοθά, τον πρόξενο της σωτηρίας μας και το νικητή του θανάτου, και έτσι εκπλήρωσε την επιθυμία του. Έμεινε στην Αγία Πόλη τρεις μέρες, πήγαινε και προσκυνούσε στους πάνσεπτους τόπους του Κυρίου και προσευχόταν. Η προσευχή του ήταν να μην αποκαλυφθεί η εργασία του, μέχρις ότου να φύγει απ’ τη ζωή, για να αποφύγει την δόξα που προσφέρουν οι άνθρωποι από την οποία δημιουργείται η υπερηφάνεια και η υπεροψία στον άνθρωπο, αυτή που οδήγησε και αγγέλους στην πτώση από τους ουρανούς. Άκουσε την προσευχή του Αυτός που είπε: «Προσευχήθηκαν οι δίκαιοι με θερμότητα και ο Κύριος τους άκουσε» (Ψαλμ. 33, 18), γιατί, ενώ έκανε τόσα πολλά θαύματα και τόσα παράδοξα πράγματα, όπως μπορεί κανείς να πληροφορηθεί από τα παρακάτω, δεν φανερώθηκε η εργασία του στους ανθρώπους.
Το αίτημά του έγινε ένα είδος καλύμματος στις καρδιές αυτών που έβλεπαν αυτά που έκανε, μέχρις ότου κοιμήθηκε. Πώς ήταν δυνατόν, αν δεν συνέβαινε αυτό, δηλαδή να αποκρύπτει ο Θεός από τους ανθρώπους την αρετή του μακαρίου Συμεών για να τον προφυλάξει από τον έπαινό τους, να μη γίνεται φανερός σ’ όλους, τη στιγμή που άλλοτε θεράπευε δαιμονισμένους, άλλοτε κρατούσε στα χέρια του αναμμένα κάρβουνα, σ’ άλλους πολλές φορές πρόλεγε αυτά που θα συνέβαιναν και σ’ άλλους φανέρωνε αυτά που έλεγαν γι’ αυτόν μακριά του΄ άλλοτε, με αστείο τρόπο, πρόσφερε μέσα στην έρημο πλούσια γεύματα, μερικές φορές μετάστρεφε στην ευσέβεια Εβραίους και κακόπιστους, θεράπευε αρρώστους, και άλλους έσωζε από διάφορους κινδύνους; Πολλές φορές και γυναίκες άσεμνες ή πόρνες, άλλες οδηγούσε με παιγνιώδεις ενέργειες σε νόμιμο γάμο, άλλες προσελκύοντάς τις με χρήματα τις σωφρόνιζε και άλλες, με την καθαρότητα που τον διέκρινε, τις έφερνε σε κατάνυξη ώστε να ακολουθήσουν το μοναχικό βίο. Δεν απορώ, φιλόχριστοι, που έμεινε άγνωστος, έχοντας κάνει με τη χάρη του Θεού τέτοια πράγματα. Γιατί Αυτός που πολλές φορές φανερώνει σ’ όλους τις κρυμμένες αρετές των δούλων Του, ο ίδιος οικονόμησε, ώστε να γίνουν φανερές σ’ όλους και οι πριν άγνωστες αρετές αυτού του οσίου.

Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, μετά την τριήμερη παραμονή του στους Αγίους Τόπους, πήγε στην Έμεσα. Πριν μπει μέσα στην πόλη, βρήκε ο αοίδιμος ένα ψόφιο σκύλο πάνω στην κοπριά και, αφού έλυσε το σχοινένιο ζωνάρι του, έδεσε το πόδι του σκύλου και άρχισε να τρέχει σέρνοντάς τον. Έτσι μπήκε από την πύλη, κοντά στην οποία ήταν ένα σχολείο. Μόλις τον είδαν τα παιδιά άρχισαν να φωνάζουν: «Ε, ένας τρελός αββάς» και να τρέχουν από πίσω του και να τον χτυπούν. Την άλλη μέρα, που ήταν Κυριακή, πήρε καρύδια, πήγε στην εκκλησία στην αρχή της θείας Λειτουργίας και άρχισε να τα πετάει και να σβήνει τις καντήλες. Άρχισαν τότε να τον κυνηγούν για να τον βγάλουν έξω, αλλά αυτός ανέβηκε στον άμβωνα και από εκεί χτυπούσε τις γυναίκες με τα καρύδια. Με πολύ κόπο τον έβγαλαν έξω, αλλά καθώς έβγαινε, αναποδογύρισε τα τραπέζια μερικών που πουλούσαν μικρές πίτες. Αυτοί τότε τον χτύπησαν μέχρι που κόντευε να πεθάνει. Όταν είδε πόσο είχε κακοποιηθεί από τα χτυπήματα, είπε στον εαυτό του: «Φτωχέ Συμεών, πράγματι ούτε μια εβδομάδα δεν μπορείς να ζήσεις έτσι στα χέρια αυτών των ανθρώπων». 

Κατ’ οικονομία Θεού τον είδε κάποιος φουσκάριος* και μη ξέροντας ότι προσποιείται το σαλό του λέει: «Θέλεις, κύριε αββά, αντί να γυροφέρνεις, να στέκεσαι και να πουλάς λούπινα;». Εκείνος δέχτηκε. Όταν λοιπόν τον έβαλε να πουλάει, άρχισε αυτός να τα μοιράζει στον κόσμο και να τρώει και ο ίδιος άπληστα. (Είχε όμως να φάει μία εβδομάδα). Είπε τότε στον φουσκάριο η γυναίκα του: «Πού τον βρήκες και μας τόν έφερες αυτόν τον αββά; Αν τρώει έτσι, δεν έχουμε ανάγκη να πουλήσουμε τίποτε. Έφαγε ένα δοχείο λούπινα από αυτά που έχω για να μετράω τις ποσότητες». Δεν ήξεραν βέβαια πως ό,τι περιείχαν τα υπόλοιπα δοχεία δηλ. κουκιά, φακές, ρεβύθια και όλα τα άλλα, τα είχε μοιράσει σ’ όσους έκαναν την ίδια δουλειά και σ’ άλλους ανθρώπους, αλλά νόμιζαν ότι τα πούλησε. Όταν όμως άνοιξαν το ταμείο και δεν βρήκαν χρήματα, τον χτύπησαν και τον έδιωξαν, αφού του μάδησαν και τα γένια.

Όταν έγινε απόγευμα θέλησε να θυμιατίσει. Δεν είχε φύγει όμως από αυτούς, αλλά κοιμήθηκε έξω από την πόρτα τους. Και επειδή δεν έβρισκε κανένα κεραμίδι, έβαλε το χέρι του στην ανθρακιά, το γέμισε με κάρβουνα και άρχισε να θυμιατίζει. Επειδή ήταν θέλημα Θεού να σωθεί ο φουσκάριος (ανήκε στην αίρεση των «ακεφάλων» Σευηριτών*) είδε η γυναίκα του τον Συμεών να θυμιατίζει με το χέρι του και έκπληκτη του λέει: «Για τ’ όνομα του Θεού, αββά Συμεών, με το χέρι σου θυμιατίζεις;» Όταν άκουσε αυτό ο γέροντας, προσποιήθηκε ότι καιγόταν και έριξε τα κάρβουνα από το χέρι του στο παλιό ράσο που φορούσε, λέγοντας: «Αν δε θέλεις με το χέρι μου, να, με το ράσο μου θυμιατίζω». Και όπως ο Θεός διαφύλαξε από τη φωτιά τη βάτο (Έξοδ. 3, 2), και τους τρεις νέους (Δαν. 3, 23), έτσι ούτε ο όσιος ούτε το ράσο του καίγονταν από τα κάρβουνα. Με ποιο τρόπο σώθηκαν ο φουσκάριος και η γυναίκα του, θα αναφερθεί σε άλλο σημείο.

Κάθε φορά που έκανε κάτι το θαυμαστό, έφευγε από το μέρος εκείνο, μέχρι να ξεχαστεί η πράξη του. Και μάλιστα βιαζόταν να κάνει καμιά τρέλα για να καλύψει το κατόρθωμά του.

Κάποτε πρόσφερε θερμά ποτά σ’ ένα καπηλειό, για να εξοικονομεί το φαγητό του. Ήταν άσπλαχνος όμως ο κάπηλος και πολλές φορές δεν του έδινε ούτε φαγητό, μολονότι έκανε πολλή δουλειά εξαιτίας του. Γιατί οι άνθρωποι αστειευόμενοι έλεγαν μεταξύ τους: «Ας πάμε να πιούμε εκεί που είναι ο Σαλός». Μια μέρα μπήκε μέσα στο καπηλειό ένα φίδι και ήπιε κρασί από μία στάμνα και αφού έβγαλε το δηλητήριό του μέσα σ’ αυτήν έφυγε. Ο αββάς Συμεών δεν ήταν μέσα, αλλά έπαιζε έξω με τον κόσμο. Όταν μπήκε μέσα είδε γραμμένη επάνω στη στάμνα αόρατα τη λέξη «θάνατος». Αμέσως κατάλαβε τι είχε συμβεί και με ένα ξύλο την έσπασε, όπως ήταν γεμάτη. Ο κάπηλος τότε του πήρε από τα χέρια το ξύλο, τον χτύπησε μέχρι που κουράστηκε και τον έδιωξε. Την άλλη μέρα ο αββάς Συμεών πήγε και κρύφτηκε πίσω από την πόρτα. Σε λίγο ήλθε πάλι το φίδι να πιει και, όταν το είδε ο κάπηλος, πήρε το ξύλο για να το σκοτώσει. Μη μπορώντας όμως να το χτυπήσει, έσπασε όλες τις στάμνες και τα ποτήρια. Τότε παρουσιάστηκε μπροστά του ο Σαλός και του λέει: «Τί γίνεται, τρελέ; Όπως βλέπεις, δεν κάνω μόνο εγώ άσκοπα πράγματα». Τότε αντιλήφθηκε για ποιο λόγο έσπασε ο αββάς Συμεών τη στάμνα και οικοδομήθηκε και τον θεωρούσε άγιο.

Θέλοντας ο όσιος να τον κάνει να αλλάξει γνώμη, για να μη τον φανερώσει, μια μέρα, που ο κάπηλος έδινε κρασί και η γυναίκα του κοιμόταν μόνη της, πήγε κοντά της και έκανε πως βγάζει τα ρούχα του. Εκείνη έβαλε τις φωνές και μόλις ήρθε ο άντρας της του λέει: «Πέταξε έξω αυτόν τον τρισκατάρατο, γιατί ήθελε να με βιάσει». Τον έβγαλε έξω στην παγωνιά —έκανε πολύ κρύο κι έβρεχε— χτυπώντας τον με γροθιές. Και από τότε ο κάπηλος όχι μόνο τον θεωρούσε τρελό, αλλά και αν έβλεπε κανένα να προβληματίζεται σχετικά με το αν προσποιείται ο αββάς ή όχι, του έλεγε αμέσως: «Πίστεψέ με, είναι αληθινά δαιμονισμένος. Τον είδα με τα μάτια μου, και κανείς δεν μπορεί να με μεταπείσει ότι ήθελε να βιάσει τη γυναίκα μου και ότι τρώει κρέας ο αθεόφοβος». Πράγματι έτρωγε πολλές φορές και κρέας ο δίκαιος, χωρίς όμως να έχει φάει όλη την εβδομάδα. Και κανείς δεν γνώριζε τη νηστεία που έκανε΄ έτρωγε όμως το κρέας μπροστά σ’ όλους, για να καλύψει την αρετή του.

Ήταν σαν να μην είχε σώμα και ακόμη δεν έδινε σημασία στην ασχημοσύνη των ανθρώπων και των φυσικών αναγκών. Γιατί πολλές φορές θέλοντας να ικανοποιήσει τη σωματική ανάγκη, αμέσως, χωρίς να ντρέπεται κανένα, καθόταν σε κάποιο σημείο της αγοράς μπροστά σε όλους΄ κι αυτό γιατί ήθελε να τους πείσει ότι ενεργεί έτσι, επειδή δεν είναι στα λογικά του. Όπως έχουμε πει πολλές φορές, ξεπερνούσε τη σαρκική πύρωση, με την οποία ήθελε να τον προσβάλλει ο διάβολος, και δεν βλαπτόταν καθόλου από αυτήν με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος.
Μια μέρα ο ενάρετος και θεοφιλής διάκονος Ιωάννης, που μας διηγήθηκε το βίο του, τον είδε εξαντλημένο και λιωμένο από την άσκηση (ήταν απόπασχα και είχε μείνει άσιτος όλη την Αγία Τεσσαρακοστή). Τον λυπήθηκε και θαύμασε την ανεκδιήγητή του σκληραγωγία, μολονότι ζούσε μέσα σε πόλη και συναναστρεφόταν με γυναίκες και άλλους ανθρώπους. Θέλησε λοιπόν να τον βοηθήσει να ανακτήσει τις δυνάμεις του και δήθεν πειράζοντας τον, του είπε: «Έρχεσαι να λουστείς Σαλέ;». Εκείνος του απάντησε γελώντας: «Ναι, πάμε, πάμε» και, ενώ έλεγε αυτά, έβγαλε το ένδυμά του και το έδεσε επάνω στο κεφάλι του σαν μαντήλα. Του λέει τότε ο Ιωάννης: «Φόρεσέ το αδελφέ, γιατί, αν περπατάς έτσι γυμνός, εγώ δεν έρχομαι μαζί σου». Του απαντάει ο αββάς Συμεών: «Πήγαινε, τρελέ, εγώ ετοιμάστηκα, κι αν δεν έρθεις, θα πάω πιο μπροστά από σένα». Τον άφησε και προχώρησε λίγο πιο μπροστά. Υπήρχαν δύο λουτρά το ένα κοντά στο άλλο, το ένα ανδρικό και το άλλο γυναικείο. Άφησε το λουτρό των ανδρών ο Σαλός και όρμησε θεληματικά στο γυναικείο.
Ο Ιωάννης τον φώναζε: «Ε, Σαλέ, πού πάς; Σταμάτα, εκείνο είναι των γυναικών». Γύρισε τότε ο θαυμάσιος και του είπε: «Φύγε από δω, τρελέ. Κι εκεί ζέστη και νερό κι εδώ ζέστη και νερό. Τίποτε περισσότερο δεν υπάρχει ούτε εκεί ούτε εδώ», και μπήκε τρέχοντας ανάμεσα στις γυναίκες σαν να βρισκόταν μπροστά στη δόξα του Θεού. Όρμησαν αμέσως όλες καταπάνω του και τον έβγαλαν έξω χτυπώντας τον. Όταν διηγήθηκε όλη τη ζωή του στον θεοφιλή διάκονο Ιωάννη, τον ρώτησε εκείνος: «Για το Θεό, πάτερ, πως αισθανόσουν, όταν μπήκες στο λουτρό των γυναικών;» «Πίστεψέ με, παιδί μου», του είπε, «ήμουν σαν ξύλο ανάμεσα σε ξύλα. Δεν αισθανόμουν ότι είχα σώμα ούτε ότι ήμουν ανάμεσα σε σώματα, αλλά όλος μου ο νους ήταν στο έργο του Θεού και δεν απομακρύνθηκα καθόλου απ’ αυτό». Γιατί άλλα από τα έργα του έκανε ο δίκαιος κινούμενος από αγάπη για τη σωτηρία των ανθρώπων και άλλα για να καλύψει τα κατορθώματά του.

Μια άλλη φορά πάλι έπαιζαν μερικοί λυσόπορτα* τρέχοντας έξω από την πόλη. Ένας από αυτούς, που ήταν γιος του διακόνου Ιωάννη, του φίλου του, είχε πορνεύσει πριν από λίγες μέρες με μία γυναίκα, που ήταν παντρεμένη. Αυτός δαιμονίστηκε τη στιγμή που έβγαινε από το σπίτι της, χωρίς να τον δει κανείς. Επειδή θέλησε ο όσιος να τον γιατρέψει, αλλά και να τον σωφρονίσει, λέει σ’ αυτούς που έτρεχαν: «Αν δεν με παίξετε κι εμένα, δεν θα σας αφήσω να τρέξετε», και άρχισε να τους πετροβολεί. Θέλησαν τότε αυτοί να τον πάρουν στο παιχνίδι και να τον βάλουν στο μέρος που έτρεχε αυτός που ήθελε να γιατρέψει. Όταν το είδε αυτό ο αββάς Συμεών, πήγε στο άλλο μέρος, γιατί ήξερε τι έμελε να κάνει.
Όταν άρχισαν να τρέχουν, ορμάει ο όσιος προς το δαιμονισμένο νέο, τον φτάνει και, χωρίς να καταλάβει κανείς τίποτε, τον χτυπάει στο σαγόνι και του λέει: «Να μη μοιχεύσεις άλλη φορά, ταλαίπωρε, και δεν θα σε πειράξει ο δαίμονας». Μόλις είπε αυτά, τον σπάραξε το δαιμόνιο, και μαζεύτηκαν όλοι από πάνω του. Έτσι που ήταν πεσμένος κάτω και άφριζε, βλέπει το Σαλό να διώχνει από μέσα του ένα σκύλο μαύρο χτυπώντας τον με ένα ξύλινο σταυρό. Όταν μετά από πολλές ώρες συνήλθε και τον ρωτούσαν τι είχε πάθει, δεν μπορούσε να τους πει τίποτε άλλο παρά μόνο ότι: «Κάποιος μου είπε, να μη πορνεύσω άλλη φορά». Μόνο μετά το θάνατο του αββά, σαν να είχε καθαρίσει ο νους του, διηγόταν σ’ όλους το περιστατικό με κάθε λεπτομέρεια.

Κάποτε μερικοί μίμοι έκαναν το νούμερό τους στο θέατρο. Μαζί τους ήταν και κάποιος ταχυδακτυλουργός. Θέλοντας να τον κάνει να σταματήσει αυτά που έκανε (γιατί είχε κάνει μερικά καλά έργα), δεν το θεώρησε υποτιμητικό να πάει στο θέατρο, αλλά πήγε και στάθηκε κάτω από την εξέδρα που έπαιζαν οι μίμοι. Όταν είδε ότι ο ταχυδακτυλουργός άρχισε να κάνει αθέμιτα πράγματα, ρίχνει μια πολύ μικρή πέτρα, αφού έκανε πάνω της το σημείο του σταυρού, και τον χτύπησε στο δεξί του χέρι και του το ξέρανε, χωρίς να καταλάβει κανείς ποιος έριξε την πέτρα. Παρουσιάστηκε κατόπιν τη νύχτα στον ύπνο του ο όσιος και του λέει: «Πραγματικά σε πέτυχα΄ κι αν δεν ορκιστείς ότι δεν θα κάνεις άλλη φορά τέτοια πράγματα, δεν πρόκειται να γιατρευτείς». Ορκίστηκε αυτός στη Θεοτόκο και όταν σηκώθηκε είδε ότι το χέρι του είχε θεραπευτεί. Και διηγόταν όλα όσα είδε στον ύπνο του, μόνο που δεν μπορούσε να πει ότι ο Σαλός ήταν αυτός που του τα είπε. Δεν μπόρεσε να πει τίποτε άλλο παρά μόνο ότι: «Κάποιος μοναχός που φορούσε στεφάνι από βάγια μου τα είπε».

Κάποτε που ήταν να γίνει μεγάλος σεισμός στην πόλη, την εποχή που καταστράφηκε η Αντιόχεια, στα χρόνια της βασιλείας του Μαυρικίου (τότε ήταν που έφυγε από την έρημο ο όσιος και κατέβηκε στον κόσμο), άρπαξε το λουρί από το σχολείο και άρχισε να χτυπάει τους στύλους και να λέει στον καθένα: «Είπε ο κύριός σου να σταθείς». Και όταν έγινε σεισμός, κανείς απ’ όσους στύλους χτύπησε δεν έπεσε. Σε κάποιο στύλο όμως είχε πει: «Εσύ ούτε να πέσεις ούτε να σταθείς». Αυτός σχίστηκε από πάνω μέχρι κάτω, έγειρε λίγο κι έμεινε έτσι. Κανείς δεν είχε καταλάβει τι έκανε ο μακάριος, αλλά όλοι πίστευαν, ότι από την παραφροσύνη του είχε χτυπήσει τους στύλους. Ήταν να δοξάζει κανείς το Θεό και να απορεί για τα θαυμάσιά Του, αφού όσες ενέργειες του αγίου θεωρούσαν μερικοί άπρεπες, μ’ αυτές φανέρωνε τα παράδοξα και απροσδόκητα. Κάποτε, που ήταν να πέσει θανατικό στην πόλη, πέρασε απ’ όλα τα σχολεία και φιλούσε τα παιδιά λέγοντας στο καθένα σαν γι’ αστείο: «Πήγαινε στο καλό, καλό μου». Δεν τα φίλησε όλα, αλλά όσα του υπέδειξε η χάρη του Θεού. Στο δάσκαλο κάθε σχολείου έλεγε: «Για το Θεό σου, τρελέ, μη δείρεις τα παιδιά που φιλώ, γιατί έχουν να βαδίσουν πολύ δρόμο». Οι δάσκαλοι τον κορόιδευαν και μερικές φορές μάλιστα τον χτυπούσαν με το λουρί και έκαναν νόημα και στα παιδιά και τον κοροϊδεύανε. Όταν έπεσε το θανατικό δεν έμεινε ούτε ένα παιδί ζωντανό απ’ όσα φίλησε ο αββάς Συμεών, αλλά πέθαναν όλα.

Είχε τη συνήθεια ο όσιος να πηγαίνει στα σπίτια των πλουσίων και να παίζει και να προσποιείται πολλές φορές ότι φιλάει τις δούλες τους. Μια φορά κάποιος άφησε έγκυο μια δούλη κάποιου πλουσίου. Όταν η κυρία της τη ρώτησε ποιος τη διέφθειρε, επειδή δεν ήθελε να το φανερώσει, είπε: «Ο Σαλός Συμεών με βίασε». Όταν ήρθε ο άγιος, όπως το συνήθιζε, στο σπίτι αυτό, του είπε η κυρία της κοπέλας: «Μπράβο, αββά Συμεών, διέφθειρες και άφησες έγκυο τη δούλη μου». Αμέσως γέλασε εκείνος, έσκυψε το κεφάλι του και χειρονομώντας με το δεξί του χέρι της έλεγε, έχοντας ενωμένα τα πέντε δάχτυλά του: «Έλα, έλα, καημένη, θα σου γεννήσει και θα έχεις ένα μικρό Συμεώνη». Όσο χρόνο ήταν αυτή έγκυος, της κουβαλούσε ο αββάς Συμεών ψωμιά, κρέατα και ψάρια λέγοντας: «Φάε, γυναίκα μου». Όταν ήρθε η ώρα να γεννήσει, κοιλοπόνησε τρεις μέρες κινδυνεύοντας να πεθάνει. Είπε τότε η κυρία της στο Σαλό: «Προσευχήσου, αββά Συμεών, γιατί η γυναίκα σου δεν μπορεί να γεννήσει». Εκείνος της απάντησε χορεύοντας και χτυπώντας τα χέρια του: «Μα τον Ιησού, μα τον Ιησού, ταπεινή, δεν θα μπορέσει να γεννήσει το παιδί, αν δεν πει ποιος είναι ο πατέρας του». Όταν άκουσε αυτό η δούλη που κινδύνευε, ομολόγησε ότι συκοφάντησε τον αββά και φανέρωσε τον αληθινό πατέρα. Αμέσως τότε γέννησε. Θαύμασαν όλοι και, ενώ οι άνθρωποι του σπιτιού αυτού τον είχαν για άγιο, οι άλλοι έλεγαν: «Με τη βοήθεια του Σατανά μαντεύει, αφού είναι τελείως τρελός».

Δύο πατέρες σε κάποιο μοναστήρι κοντά στην Έμεσα συζητούσαν και προσπαθούσαν να εξηγήσουν γιατί έπεσε ο Ωριγένης, ο αιρετικός, τη στιγμή που είχε τιμηθεί με τέτοια γνώση και σοφία από το Θεό. Ο ένας έλεγε: «Η γνώση που είχε δεν ήταν από το Θεό, αλλά ήταν φυσικό πλεονέκτημα. Επειδή λοιπόν είχε φυσικά προσόντα, κυρίως όμως με την ανάγνωση της Αγίας Γραφής και τη μελέτη των αγίων πατέρων όξυνε το νου του και έτσι μπόρεσε να γράψει τα βιβλία που έγραψε». Ο άλλος απαντούσε: «Δεν μπορεί κανείς μόνο με το φυσικό πλεονέκτημα του μυαλού να πει αυτά που εξέθεσε ο Ωριγένης, και μάλιστα στα εξαπλά* του». (Γι’ αυτό και μέχρι σήμερα τα δέχεται αυτά ως αναγκαία η καθολική εκκλησία [«Ν»: εδώ εννοεί την Ορθόδοξη Εκκλησία, γιατί αυτή ονομαζόταν και ονομάζεται κανονικά Καθολική]). Ο άλλος αποκρινόταν πάλι: «Πίστεψέ με, υπάρχουν Έλληνες [=ειδωλολατρες] που απόκτησαν περισσότερη σοφία απ’ αυτόν και περισσότερα βιβλία έγραψαν. Τί λες; Πρέπει κι αυτούς να επαινέσουμε για τις φλυαρίες τους;» Επειδή δεν κατάφεραν τελικά να συμφωνήσουν, είπαν: «Ακούμε από αυτούς που έρχονται από τους Αγίους Τόπους ότι η έρημος του Ιορδάνη έχει μεγάλους μοναχούς- ας πάμε σ’ αυτούς, για να μας διαφωτίσουν». Πήγαν λοιπόν στους Αγίους Τόπους και, αφού προσευχήθηκαν, προχώρησαν προς την έρημο της Νεκράς Θάλασσας, όπου είχαν εγκατασταθεί οι αείμνηστοι Ιωάννης και Συμεών. Δεν πήγε χαμένος ο κόπος τους, γιατί με τη βοήθεια του Θεού βρήκαν τον αββά Ιωάννη που είχε ήδη φτάσει σε μέτρα τελειότητας. Μόλις τους είδε, είπε: «Καλώς όρισαν αυτοί που άφησαν τη θάλασσα και ήρθαν στη λίμνη την ξερή, για να πάρουν νερό». Συζήτησαν αρκετή ώρα διάφορα πνευματικά θέματα και υστέρα του είπαν το λόγο που έκαναν μια τόσο μεγάλη πορεία. Τους είπε τότε: «Πατέρες, δεν απόκτησα ακόμη το χάρισμα να εξιχνιάζω τις βουλές του Θεού. Πηγαίνετε στο σαλό Συμεών, στη χώρα σας, και αυτός θα σας εξηγήσει κι αυτό και ό,τι άλλο θέλετε. Ακόμη να του πείτε να προσευχηθεί για τον Ιωάννη, για να τύχει κι αυτός δέκα».

 

Γιώργος Λακαφώσης

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.