Αρχιμανδρίτης Αρσένιος Κατερέλος
Ηγούμενος Ι. Μονής Αγίου Νικολάου Δίβρης Φθιώτιδος

Ο κυριώτερος τελικός σκοπός της Μεταμορφώσεως του Κυρίου δεν είναι παρά η ''ένδυσις'' του ανθρώπου με το άκτιστο θείο Φως, με την αίδια άφθαρτη στολή της Θεότητος.

Εκεί στο Θαβώρ ο Χριστός εφανέρωσε πεπερασμένο μέρος της απείρου θεικής δόξης Του, εντός βέβαια του μέτρου της τότε ανθρωπίνης πνευματικής χωρητικότητος των τριών Μαθητών. Συνέπεια δε αυτού ήταν να γευθούν οι τρεις αυτοί Μαθηταί την προκαταβολή, το προίμιο της πανενδόξου μελλοντικής άχρονης και αιωνίου ορατής του Θεού θεοφανείας, όπως αυτά τα επεξηγεί χαρακτηριστικά ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, κατά την ένδοξο δηλαδή Βασιλεία Του, μετά την Δευτέρα Παρουσία.

Η Μεταμόρφωσις του Χριστού έγινε κατά την διάρκεια της κατευθύνσεως του Χριστού προς την αγία πόλι Σιών, όπου επρόκειτο εκουσίως να σταυρωθή πάσχοντας υπέρ ημών και αντί ημών, υπέρ της του σύμπαντος κόσμου σωτηρίας. Γι᾽ αυτό άλλωστε στο Θαβώρ η συζήτησις του Ιησού με τον Μωϋσή και τον Ηλία, που ως γνωστόν τότε θαυματουργικώς και υπερφυώς εκεί ενεφανίσθησαν, η όλη συζήτησις περιστρέφεται γύρω από την αγίαν »έξοδον» Αυτού, του Χριστού δηλαδή, η οποία θα ελάμβανε χώραν με τον σταυρικόν Του θάνατον, με την ένδοξον τριήμερον εκ νεκρών Ανάστασίν Του και την ολόσωμον εις Ουρανούς Ανάληψίν Του. Και όλα αυτά σύμφωνα πάντα με τις σαφέστατες ποικίλες προτυπώσεις του Νόμου και των Προφητών.

Η άκτιστος Θεία ενέργεια, δηλαδή αυτή η λάμψις της Μεταμορφώσεως, συνδέεται άρρηκτα με την δόξα του Σταυρού, γιατί ο Σταυρός είναι η δόξα του Χριστού, και αυτό έχει άμεση και απαραίτητη συνέπεια για μας ότι, προκειμένου να μεταμορφωθούμε εν Χριστώ, δηλαδή να οικειοποιηθούμε την θεική λάμψι που έδωσε στην ανθρωπίνη φύσι ο Χριστός, πρέπει να αναζωγραφήσωμε εν εαυτοίς τα υστερήματα των σωτηρίων παθημάτων Αυτού. Μόνον δηλαδή με το έμπρακτο αγκάλιασμα του Σταυρού του Χριστού, που είναι η δόξα Του, η δόξα του Θεού διαπερνά το είναι της ανθρωπίνης ημών ταλαιπώρου ζωής και μεταμορφώνει τον άνθρωπον και όλον τον κόσμον.

Στο υπερφυές γεγονός της Μεταμορφώσεως, ο Κύριός μας, έχοντας πάρει μαζί Του τους τρεις προκρίτους Μαθητάς, Πέτρον, Ιάκωβον και Ιωάννην, μετεμορφώθη έμπροσθεν αυτών, εφ᾽ όσον ως γνωστόν το πρόσωπόν Του εφάνη »έτερον», εν ετέρα μορφή, λάμποντας δηλαδή ως ο ήλιος, ηλίου μάλλον τηλαυγέστερον, και τα ρούχα Του μετηλλάγησαν γενόμενα λευκά, εξαστράπτοντα και φωτεινά. Επίσης, ένθεν και ένθεν, από εδώ και από εκεί, ενεφανίσθησαν ο Μωϋσής και ο Ηλίας και ουρανόθεν ηκούσθη η πατρική φωνή, η φωνή δηλαδή του πρώτου Προσώπου της Αγίας Τριάδος της μιάς Θεότητος, λέγουσα ότι «αυτός εστίν ο υιός μου ο αγαπητός, αυτού ακούετε». Αυτόν να ακούτε.

Όλη αυτή η θεοφάνεια, η οποία έχει ανάλογα χαρακτηριστικά με την Βάπτισι του Χριστού, έλαβε χώραν μέσα σε ένα θεικό »νέφος» – όχι σε φυσικό νέφος -, το οποίο βέβαια και τους περιέλαμψε.

Εφοβήθησαν δε ο Πέτρος και οι άλλοι δύο, όταν ο Χριστός και οι δύο Προφήται, ο Μωϋσής και ο Ηλίας, εμβήκαν στην νεφέλη, εφ᾽ όσον αυτό το ξένον και αλλότριον »σύννεφον» ήτο εμφανές σημάδι της παρουσίας του Θεού. Μη αντέχοντας δηλαδή τότε οι πήλινες καρδιές τους το θεικό εκείνο και υπερφυές θέαμα, έπεσαν πρηνείς. Ο δε Πέτρος, κάποια στιγμή, μη γνωρίζοντας βέβαια τι έλεγε, διότι, και τα έχασε, αλλά και εγοητεύθη απροσδοκήτως υπέρ την ανθρωπίνη του τότε αντοχή και βλέποντας επί πλέον τους Μωϋσή και Ηλία να συνομιλούν με τον Κύριό του, είπε απευθυνόμενος εις τον Κύριον:

«Κύριε, καλά είναι να μείνωμε εδώ. Ας κάνωμε λοιπόν – ωμίλησε πολύ ανθρωπίνως βέβαια – τρεις σκηνές, μία για σένα και από μία για τους δύο Προφήτας» »μη ειδώς», βέβαια »ο ελάλει», μη έχων επίγνωσιν του τι έλεγε. Εφαντάσθη, ότι η Μεταμόρφωσις θα παρετείνετο παντοτεινά. Και σφαλερά ενόμιζε, αλλά από καλή διάθεσι, ότι έτσι ίσως θα εματαιώνετο η »έξοδος» του Κυρίου και δεν θα συνέβαινε ο σταυρικός Του θάνατος.

Μετά δε την Μεταμόρφωσι ευρέθη ο Ιησούς μόνος, χωρίς τους δύο Προφήτες, παραγγέλοντας στους τρεις Μαθητάς να μην αναφέρουν τίποτε απολύτως από όσα είδαν έως ότου αναστηθή εκ νεκρών ο υιός του ανθρώπου. Βέβαια, αυτήν την παραγγελία την έκανε ο Ιησούς για πολλούς γνωστούς και αγνώστους λόγους, και ταπεινοφροσύνης ένεκεν, αλλά και για να μη σκανδαλισθούν εκείνοι που, ενώ θα είχαν ακούσει όλα αυτά τα θαυμάσια που έλαβαν χώρα στο Θαβώρ, μετά θα Τον έβλεπαν εξευτελιζόμενο έως θανάτου, θανάτου δε Σταυρού. Και ίσως έτσι, έχοντες την ανθρωπίνη αδυναμία και την ανθρωπίνη τρεπτότητα, θα τον ενόμιζαν ως πλάνο και ως αδύναμο.

Αναμφισβήτητα, στο Θαβώρ έχομε τρόπον τινά την περίληψι ή μάλλον την συμπύκνωσι της διδασκαλίας της Εκκλησίας μας για το ποιος είναι ο Χριστός, για ποιόν σκοπό ο Θεός Λόγος ενηνθρώπησε, ποια η σχέσις Χριστού με την Παλαιά Διαθήκη, πως θα επιτευχθή η σωτηρία της όλης κτίσεως, η οποία τώρα, παρά τις ομορφιές της συστενάζει, λόγω του προπατορικού ανθρωπίνου αμαρτήματος, κλπ.

Ας αναφέρωμε όμως στο σημείο αυτό κάποια λίγα θεολογικά μηνύματα απορρέοντα εκ της Μεταμορφώσεως.

Κατ᾽ αρχάς να τονίσωμε πάλιν και πολλάκις ότι ο Χριστός, ως τέλειος Θεός που ήταν, δεν υπέστη στην Μεταμόρφωσι καμμία αλλοίωσι ή βελτίωσι ή περαιτέρω δοξασμό ή αλλαγή. Δεν μετεβλήθη ο Κύριος – άπαγε της βλασφημίας! – σε κάτι που δήθεν δεν ήταν. Δεν μεταβάλλεται ποτέ ο Θεός ως προς την δόξαν Του ή την ουσία Του. Ούτε βελτιώνεται ποτέ ο Θεός. Διότι, αν κάποια στιγμή, υποτεθείσθω ότι εδοξάζετο ακόμη περισσότερο η Θεότητα, θα εσήμαινε αυτομάτως ότι πριν ήτο, σχετικά με το μετά, ατελής, πράγμα βέβαια πέρα για πέρα άτοπον για τον Θεό.

Απλώς λοιπόν στην Μεταμόρφωσι ο Χριστός εφανέρωσε ελαχιστότατα λίγο από εκείνο που ήταν αθέατο εις την ανθρωπίνη δεκτικότητα και δυνατότητα. Γι᾽ αυτό άλλωστε, εκτός των άλλων, τονίζουν σχετικά οι Άγιοι Πατέρες, ότι η Μεταμόρφωσις του Χριστού στην πραγματικότητα είναι και μεταμόρφωσις των ιδίων, των τριών προκρίτων Μαθητών. Μέχρι να γνωρίσουν, οι τρεις Απόστολοι, μέρος της θεικής δόξης του Χριστού, μοιραία και αναπόφευκτα αντιλαμβάνονταν στην πράξι τον Κύριο κυρίως ως άνθρωπο, έστω υπερέχοντα, έστω Προφήτη, εφ᾽ όσον ελάχιστα εννοούσαν το θεικό είναι του Χριστού, την θεική Του άχρονη, αίδια καταγωγή. Γι᾽ αυτό επί παραδείγματι οι Απόστολοι δεν είχαν αντιληφθή το βαθύτερο νόημα των λόγων του Χριστού, όταν απευθυνόμενος στους Φαρισαίους είπε «πριν Αβραάμ γενέσθαι εγώ ειμί» (Ιωάν. η´, 58).

Στο όρος λοιπόν Θαβώρ αναγεννώνται πνευματικά, άνωθεν, οι τρεις Μαθηταί, εφ᾽ όσον εκεί και τότε άνοιξαν οι προσωπικοί πνευματικοί τους οφθαλμοί από την ενέργεια του Πνεύματος του Θεού, που ως »νέφος» τους περιέλουσε.

Στην Ορθόδοξη πνευματικότητα διαχρονικά τονίζεται ότι ανάλογα με την ποιότητα της σχέσεώς μας με τον Θεό, είτε υπερλειτουργούν, όπως στους Αγίους, είτε απλά λειτουργούν, είτε υπολειτουργούν, είτε πάρα-πάρα πολλές φορές, δυστυχώς, ούτε καν υπάρχουν οι λεγόμενες »πνευματικές αισθήσεις». Έτσι λοιπόν μόνον με τους μετασκευασμένους εν Αγίω Πνεύματι οφθαλμούς ημπόρεσαν οι τρεις πρόκριτοι των Μαθητών να γίνουν αποδέκτες του θεικού αυτού Φωτός, εκεί εις το Θαβώρ. «Ενηλλάγησαν το πρώτον, όπως λέγουν οι Άγιοι Πατέρες, και ούτω, και μόνον ούτω, την εναλλαγήν είδον». Γι᾽ αυτό τονίζεται ότι εις το Θαβώρ, πάντα ως θείο δώρο, έχομε μεταμόρφωσι των Μαθητών, που με »άλλα» μάτια είδαν εκείνα τα θεσπέσια και υπερφυή μεγαλεία του Θεού.

Αυτό άλλωστε επισημαίνεται και στην φράσι «εν τω Φωτί σου Κύριε οψόμεθα Φως». Μόνον δηλαδή με το Φως του Θεού, με το »θεοτηλεσκόπιο», μπορούμε να ανιχνεύσωμε το ανεξιχνίαστο θείο Φως και να μετάσχωμε οντολογικά σε αυτό. Κανένα ανθρώπινο μηχάνημα δεν μπορεί, όχι απλώς να ανιχνεύση το θείο Φως, αλλά ούτε τις αγγελικές δυνάμεις και όλα βέβαια τα πνευματικά φαινόμενα, ούτε βέβαια και τις δαιμονικές δυνάμεις.

Είναι μοιραίο, δεν γίνεται διαφορετικά, ο άνθρωπος βλέπει συναρτήσει, αναλόγως δηλαδή, του ο,τι έχει μέσα του.

Εδώ να κάνωμε μία παρένθεσι. Θυμηθείτε τι ανθρωπομορφική, φθηνή δηλαδή, εικόνα θα ήθελε να έχη περί Θεού ένας όντως μεγάλος κατά τα άλλα επιστήμων, κάποιος αστροναύτης, ή μάλλον »αστροχάφτης» του ορθολογισμού του, όταν, γυρίζοντας από το διάστημα, απεφάνθη ότι δεν είδε πουθενά τον Θεό! Που δηλαδή; Στο διάστημα… Λες και ο Θεός θα ήταν απλώς κάποιο καλύτερο από τον άνθρωπο κατασκεύασμα, που θα ευρίσκετο σε »επιεική εξορία» στο διπλανό μας διάστημα, στην διαστημική δηλαδή γειτονιά μας, και εκεί δεν θα είχε την δυνατότητα να μας επισκέπτεται αυτό το »υπεράνθρωπο ον» όλους, εφ᾽ όσον μόνον εκεί θα μπορούσε να κάθεται, και πολλές φορές μάλιστα θα περίμενε αυτός ο «Θεός» κάποιος αστροναύτης να τον ανακαλύψη λίγο πιο πέρα για να του κάνη συν τοις άλλοις και λίγο παρέα…! Λες και ο Θεός εντάσσεται στις συνθήκες του όγκου, του χώρου ή της κτιστής γνωστής ή μάλλον άγνωστης κατά το περισσότερον υλοενέργειας. Αλλοίμονο!

Είχε δίκιο εν προκειμένω ο Αινστάιν που είπε περίπου: »Το σύμπαν, αν και απέραντο πρακτικά και ασύλληπτο, ίσως κάποτε να μετρηθή. Η ανθρωπίνη όμως ηλιθιότης δεν μετριέται με τίποτε. Είναι απείρως μεγαλύτερη και από αυτό το απέραντο σύμπαν»…

Επανερχόμενοι τώρα στο καθ᾽ εαυτό θέμα μας, τονίζομε ότι στην Μεταμόρφωσι οι Μαθητές δεν μετείχαν στην ουσία του Θεού. Διότι κανένα λογικό κτίσμα, ούτε οι άγγελοι, ούτε η Υπεραγία Θεοτόκος -μεγάλη η Χάρι Της – μπορούν να μετάσχουν στην αμέθεκτη και ακοινώνητη ουσία του Θεού, αλλά μόνον στην άκτιστη ενέργεια του Θεού. Και για να κυριολεκτήσωμε, τα άξια λογικά κτίσματα μπορούν να μετάσχουν μόνον στο πολύ μικρό σχετικά ποσοστό της άμετρης θείας ενέργειας και δόξας, το οποίο στις θεοφάνειες αποκαλύπτεται.

Γι᾽ αυτό τονίζεται και στο Κοντάκιο της εορτής, οι Μαθηταί είδαν »καθώς ηδύναντο», όσο μπορούσαν να αντέξουν εκ του θείου Φωτός και Χάριτος, «ίνα μη συν τη οράσει και το ζην απωλέσωσι», όπως λέγει ένα τροπάριο της εορτής. Διότι, εάν έπαιρναν μεγαλυτέρα ποσότητα θείας ηδονής – διότι περί θείας ηδονής πρόκειται όταν ομιλούμε για το θείο Φως -, θα εδιαλύωντο και θα επέθαιναν. Κανείς δεν μπορεί να ιδή τον Θεόν επάνω από μία επιτρεπτή, σχετικά πολύ μικρή, ποσότητα δόξης Του και μετά να ζήση. Αυτό άλλωστε είπε ο Θεός στον Μωϋσή, και όχι μόνον εκεί.

Αλλά παρά ταύτα, αυτές οι θεωρίες-αποκαλύψεις του Θεού που λαμβάνουν χώραν διαχρονικά στους εκλεκτούς του Θεού, είναι ο,τι το ανώτερο, ο,τι το ηδονικώτερο, ο,τι το ιερώτερο, ο,τι το ωφελιμώτερο, ο,τι όμως, δυστυχώς για εμάς τους υπολοίπους, και το αγνωστότερο, που μπορεί να συμβή στο ταλαίπωρο ανθρώπινο γένος, που ως μη ώφειλε παραπαίει μέσα στα γρανάζια και στα ανθρωποκτόνα σκότη της αμαρτίας και της αγνωσίας του Θεού. Γι᾽ αυτό και είναι πέρα για πέρα άρρωστο και ούτε καν το φαντάζεται.

Επίσης, ένας άλλος λόγος που συνέβη προ του Πάθους η Μεταμόρφωσις, σαράντα ημέρες πριν, ήταν για να συνειδητοποιήσουν οι Μαθηταί ότι το εκούσιον Πάθος του Βασιλέως της δόξης Χριστού ήτο προσωπική Του επιλογή προκειμένου έτσι να σωθή το ανθρώπινο γένος.

Ακόμη, με την Μεταμόρφωσι ξεδιπλώνεται και το μεγαλείο της προοπτικής του ανθρώπου, που δεν είναι παρά η κατ᾽ αναλογίαν βέβαια μετοχή του ανθρώπου στην δόξα του Θεού, την »θέωσι» δηλαδή του ανθρώπου. Διότι, όπως έλαμψε ο Χριστός, έτσι, σύμφωνα με την αψευδή υπόσχεσί Του, θα λάμψουν και οι δίκαιοι εν τη Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Θα λάμψουν όμως ως δευτερογενείς χριστοτροφοδοτούμενοι ήλιοι αντανακλώντες και βιώνοντες το Φως της μιάς Τριαδικής Θεότητος.

Και όλα αυτά απορρέουν από το γεγονός ότι ο Χριστός ενσωμάτωσε τον άνθρωπο στον ίδιο Του τον Εαυτό, πράγμα το οποίο τελεσιουργείται και ενεργοποιείται με το Βάπτισμα και αυξάνεται μέσα μόνον στην Ορθόδοξη Εκκλησία διά των Μυστηρίων και διά του εκκλησιαστικοκανοναρχούμενου προσωπικού αγώνα του πιστού, που έτσι αποκτά ως περιουσία του τον ίδιο τον Χριστό. Η πραγματική περιουσία της Εκκλησίας είναι ο ίδιος ο Χριστός. Και ενώ ο πραγματικός πιστός είναι μέλος του Χριστού και δική Του προέκτασις, χριστοειδής προέκτασις, ταυτόχρονα κατέχει ο πιστός τον Χριστόν και ολόκληρον και γίνεται ασυγκρίτως όντως ανώτερος και κυρίαρχος όλης της πλάσης, θεός κατά Χάριν. Διότι, ο,τι ζεί ο Χριστός αυτό θα αποτελέση, και ήδη αποτελεί, ζωή των πραγματικά Χριστιανών.

Επίσης, κάτι ανάλογο θα συμβή και στην όλη Δημιουργία, διότι, όπως »άλλαξαν» τα ρούχα του Χριστού, που τα ρούχα είναι προιόν και αντιπρόσωπος της αλόγου κτιστής Δημιουργίας, έτσι αναμένεται ο εν Χριστώ ανακαινισμός και σωτηρία όλης της Δημιουργίας. Διότι ο Χριστιανισμός δεν είναι ούτε ιδεαλισμός, ούτε ιδεοκρατία. Πιο απλά, δεν περιφρονεί την ύλη, όπως σφαλερώς θεωρήται και νομίζεται, αλλά χτυπά την αμαρτία, που είναι η αιτία καταστροφής του όλου ανθρώπου, της ψυχής και του σώματός του, αλλά και αιτία παραμορφώσεως, φθοράς και καταστροφής του όλου σύμπαντος. Διότι, ενώ το αρχικό κατ᾽ ευδοκίαν θέλημα του Θεού ήτο η φύσις, το περιβάλλον, να προσβλέπη και να υπηρετή τον εξουσιάζοντα βασιλικώς άνθρωπο, έχει μεταστραφή πολλές φορές ως νούμερο ένα απειλή του με το φυσικό κακό που υπάρχει διάχυτο (αρρώστειες, θάνατοι, θεομηνείες, σεισμοί και πολλά άλλα…).
Επίσης, να εξετάσωμε, όσο πιο περιληπτικά γίνεται, γιατί εφάνησαν στην Μεταμόρφωσι

ο Μωϋσής και ο Ηλίας, πρόσωπα σημαντικώτατα της Παλαιάς Διαθήκης. Με αυτό επισημαίνεται πάλιν και πολλάκις, έτι και έτι, ότι ο βασιλεύς Χριστός είναι ο όντως Κυριεύων της ζωής και του θανάτου. Αποδεικνύεται ότι με τον θάνατο του ανθρώπου δεν έχομε τον αφανισμό του ανθρωπίνου είναι. Επίσης, προτυπώνεται η Κοινή Ανάστασις των νεκρών. Ο Ηλίας, μη γνωρίσας θάνατον είναι εκπρόσωπος των ζώντων, ενώ ο Μωϋσής είναι εκπρόσωπος των κεκοιμημένων.

Επίσης, διατρανώνεται ότι ο Χριστός αποτελεί τον πυρήνα, το πνευματικό κέντρο βάρους δηλαδή, της Παλαιάς Διαθήκης. Διότι, η Παλαιά Διαθήκη, που συμπυκνώνεται στον Νόμο, στον Μωϋσή δηλαδή και τους Προφήτας, στον Ηλία δηλαδή, αποτελεί την πρώτη αποκάλυψι του Θεού, την παιδαγωγόν εις Χριστόν, που κορυφώνεται και ολοκληρούται εις την Καινή Διαθήκη. Έτσι, η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη αποτελούν ένα ενιαίο αναπόσπαστο γεγονός θεοαποκαλύψεως, που αν απομονώσωμε ή υποτιμήσωμε το ένα από τα δύο, ή τα »σπάσωμε» μεταξύ τους εννοιολογικώς, τότε τα διαστρεβλώνομε και τα δύο. Δεν έχουν νόημα δηλαδή το καθένα αυτοτελώς, ξεχωριστά. Πέφτουν και τα δύο στο κενό, αν τα διαχωρίσωμε.

Πρέπει να εννοήσωμε ότι ο κατ᾽ εξοχήν χαρακτήρας της Παλαιάς Διαθήκης είναι χριστοκεντρικός. Όπως λέγουν κάποιοι Άγιοι Πατέρες, π.χ. ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, η Παλαιά Διαθήκη είναι σκιά, ενώ η Καινή Διαθήκη είναι εικών των Εσχάτων, που, μέσα στον λειτουργικό χρόνο της Εκκλησίας μας τα Έσχατα τα ζούμε ήδη ως γεγονότα διά της εμπειρίας »δυνάμει», και απομένει το »ενεργεία» όταν θα ανατείλη η άχρονη αιώνια Βασιλεία του Θεού.

Βλέπετε, οι φθονεροί εχθροί του Χριστού τον κατηγορούσαν ότι δήθεν ο Χριστός ήταν αντίθετος στον Νόμο και τους Προφήτες, έχοντας πλήρη ουσιαστική βέβαια άγνοια των Γραφών, πράγμα που πολλές φορές ο Χριστός τους το απέδειξε ακόμη και λίγο προ του σωτηρίου πάθους Του. Αλλά εδώ βλέπομε πως, υποκλινόμενοι οι δύο κυριώτατοι εκπρόσωποι της Παλαιάς Διαθήκης, Μωϋσής και Ηλίας, συζητούν υικώς για την »έξοδο» του Χριστού αναμένοντες επομένως με λευκή αγωνία και γλυκειά προσδοκία το σωτήριον Πάθος Χριστού του Θεού τους και την ένδοξο Ανάστασί Του, διότι ήξεραν τις συνέπειες αυτών των γεγονότων, που είναι τα ποιητικά της σωτηρίας, κατά τον Άγιο Νικόλαο Καβάσιλα.

Αμέτρητα είναι τα γεγονότα και οι προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης, που προεικονίζουν την έλευσι και την δράσι του Μεσσία Χριστού.

Επίσης, με την παρουσία του Μωϋσή, κεκοιμημένου από αιώνες πριν, και του Ηλία, που δεν έχει ακόμη γνωρίσει θάνατον, δηλώνεται πρώτον η αθανασία της ψυχής. Αυτό βέβαια φαίνεται κυρίως στην περίπτωσι του Μωϋσή που ήδη είχε κοιμηθή. Και δεύτερον, ότι ο Χριστός είναι ο Κύριος της ζωής και του θανάτου, αφού συνεκέντρωσε δίπλα Του και εκπρόσωπο των κεκοιμημένων, τον Μωϋσή, και των ζώντων, τον Ηλία.

Ο Χριστός ευρίσκεται στο κέντρον ως η Αυτοζωή και ως το Αυτοφώς και η πηγή της Ζωής και του Φωτός του σύμπαντος κόσμου, που τον εδημιούργησε εκ του μηδενός, εκ του μη όντος. Επί πλέον δε, όχι απλώς τον εδημιούργησε, αλλά και τον συντηρεί και θα τον μεταλλάξη και θα διορθώση, και μάλιστα με το παραπάνω, την πρώτη αστοχία του ανθρώπου. Και κανείς δεν μπορεί να αντισταθή στην πανσθενουργό θέλησί Του. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ηλιθιότης εντός και εκτός του σύμπαντος, δηλαδή ασυγκρίτως μεγαλυτέρα από την ηλιθιότητα που εγνώριζε και εννοούσε τότε ο Αινστάιν, από την εμμονή κάποιων, που νομίζουν, ότι με τα μέσα, είτε της κοσμικής εξουσίας, είτε των μέσων ενημερώσεως, είτε του χρήματος, κλπ., θα καταφέρουν να ματαιώσουν το τελικό σχέδιο του Θεού. »Συντριβήσονται ως σκεύη κεραμέως…».

Ένα άλλο τώρα διευκρινιστέον σημείον είναι ότι ο Πέτρος εζήτησε τρεις σκηνές, επειδή, λόγω της απερίγραπτης ομορφιάς του προσώπου του Κυρίου, που όντως για όποιον το έχει ζήσει είναι το θαύμα των θαυμάτων – αλλά ευτυχοδυστυχώς δεν λέγεται με λόγια -, ξέχασε εκεί στο Θαβώρ και τον εαυτό του και τους άλλους δύο Αποστόλους. Γι᾽ αυτό ζήτησε τρεις μόνον σκηνές και όχι έξι, διότι δεν ήθελε ποτέ να τελειώση αυτή η θεική εμπειρία στο Θαβώρ. Παρά ταύτα όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είχε πλήρη αυτοσυνειδησία, αλλά αντιθέτως είχε το άκρον άωτον της προσωπικής του αυτοσυνειδησίας.

Επίσης, στην Μεταμόρφωσι προφανώς φαίνεται η τριαδικότητα του Θεού με την Πατρική φωνή που ακούσθηκε και με την φωτεινή Νεφέλη που τους επεσκίασε.
Ακόμη να πούμε ότι η λέξις »Θαβώρ» σημαίνει »έλευσις φωτός». Γι᾽ αυτό, όχι τυχαία αναφέρεται προφητικά στην Παλαιά Διαθήκη, όπερ και εγένετο κατά κυριολεξίαν στο υπερφυές γεγονός της Μεταμορφώσεως.

Ακόμη, παραλείψαμε να αναφέρωμε την επί πλέον βαρύτητα της παρουσίας του Μωϋσέως, εφ᾽ όσον στο Δευτερονόμιο σαφώς είχε ο ίδιος ο Μωϋσής αποκαλύψει ότι »θα στείλη ο Θεός Προφήτην στους ανθρώπους ανώτερον από εκείνον και ότι οφείλουν οι Ισραηλίτες να υπακούσουν στα προστάγματα Αυτού». Άρα, έγιναν παρήκοοι, όχι μόνον στον Χριστόν, αλλά και στον Μωϋσήν, για τον οποίον οι ίδιοι ματαίως και ανώφελα εκαυχώντο.

Σχετικά λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ότι στην Μεταμόρφωσι ο Χριστός «ουχ ο ουκ ην προσλαβόμενος ουδέ εις όπερ ουκ ην μεταβαλόμενος, αλλ᾽ όπερ ην τοις οικείοις μαθηταίς εκφαινόμενος». Δεν μετεβλήθη σε κάτι, αλλά εφανέρωσε λίγο από εκείνο που ήταν.

Όπως και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει ότι ο Χριστός δεν έδειξε όλην την Θεότητα, αλλά μία μικρή ενέργειά Της. Διότι, ναί μεν έχομε σαφώς θεοαποκάλυψι στην Μεταμόρφωσι, αλλά ταυτόχρονα και ασυγκρίτως περισσότερο, έχομε θεοσυγκάλυψι. Και φυσικά έχομε ασυγκρίτως περισσότερο θεοσυγκάλυψι παρά θεοαποκάλυψι, διότι από το άπειρο της Θεότητος, αν αποκαλυφθή ένα μέρος, όσο μεγάλο κι αν είναι αυτό, πάλι παραμένει άπειρο το μη αποκαλυπτόμενον.

Αγαπητοί μου αδελφοί, το θέμα »Μεταμόρφωσις του Χριστού» είναι ανεξάντλητο. Ήδη σκοπίμως έχομε υπερβή τον χρόνο, αλλά στην ζωή μας πολλές φορές απαιτούνται και ωφέλιμες και σωτήριες υπερβάσεις.
Ας αρχίσωμε σιγά-σιγά να κλείνωμε το θέμα αυτό και άλλη φορά, πρώτα ο Θεός, θα αναλύσωμε άλλες πτυχές του, όπως τι σημαίνει ότι ο Χριστός εθεούργησε στην ανθρωπίνη φύσι που προσέλαβε, ή πόσους ηλίους είδαν οι Μαθηταί στο Θαβώρ, έναν, δύο ή περισσοτέρους, και γιατί; Συμμετείχαν, άραγε και οι ανθρώπινες αισθήσεις στο Θείον Φως; Γιατί ο Χριστός, επί πλέον, δεν επήρε όλους τους Μαθητές, κλπ., θέματα που πρέπει κάποτε να τα αναλύσωμε. Αλλά όμως και για να μη σας κρατήσω σε κάποια αγωνία, μιάς και ανέφερα αυτά τα ερωτήματα, σήμερα, απλώς απαντούμε, πάντα σε πατερική βάσι, σχεδόν μονολεκτικά.

Στο πρώτο: Δεν σημαίνει ότι μόνον τότε εθεουργήθηκε η ανθρωπίνη φύσις του Χριστού, στο Θαβώρ δηλαδή, διότι η ανθρωπίνη φύσις εθεουργήθηκε-εθεώθηκε από την στιγμή της συλλήψεώς Του. Τότε η Θεότητα εθέωσε την ανθρωπίνη φύσι, »άμα τη συλλήψει» – Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός.

Στο δεύτερο τώρα ερώτημα η απάντησις είναι ότι, όπως λέγουν οι Άγιος Νικόδημος, Άγιος Ισαάκ ο Σύρος και πολλοί άλλοι Πατέρες, στην αρχή οι Μαθητές έβλεπαν δύο ηλίους, τον φυσικό γνωστό ήλιο, αλλά και τον νοητό Ήλιο, τον Χριστό δηλαδή. Μετά όμως, που υπερίσχυσε το θείον Φως, το οποίο εξεπέμπετο από το πρόσωπο του Χριστού, εχάθη η αίσθησις του φυσικού αισθητού ηλίου, όχι ότι δεν υπήρχε φυσικά, αλλά εχάθη η αίσθησίς του συγκρινομένη με την έντασι του θεικού Φωτός. Διότι, όπως όταν ανατέλη ο ήλιος χάνεται η λάμψις των άστρων, έτσι και όταν απεκαλύφθη ο νοητός Ήλιος της δικαιοσύνης εχάθη η αίσθησις του αισθητού γνωστού μας φυσικού ηλίου από τα μάτια των Μαθητών.

Στο τρίτο τώρα ερώτημα η απάντησις είναι ότι στο Θαβώρ έχομε και μεταμόρφωσι των Μαθητών, όπως το προανεφέραμε, σε όλη τους την ανθρωπίνη ψυχοσωματική ύπαρξι. Οι Μαθηταί δεν είδαν το θείον Φως μόνον με τον νού τους, την πνευματική τους δηλαδή καρδία, το κέντρο της ψυχής τους, το μάτι της ψυχής τους, αλλά είδαν το θείον Φως και με αυτές τις σωματικές αισθήσεις, οι οποίες όμως προηγουμένως ενεδυναμώθησαν και έτσι, και μόνον έτσι, ημπόρεσαν να δούν αυτό το θείο Φως. Και εννοείται ότι ενεδυναμώθησαν από την άκτιστη θεική ενέργεια, διότι οι σωματικές αισθήσεις είναι τυφλές, όπως και όλα τα ανθρώπινα όργανα και κατασκευάσματα είναι τυφλά ως προς το Φως του Θεού, επειδή οι οφθαλμοί του ανθρώπου είναι κτιστοί και δεν ημπορούν να δούν το άκτιστο Φως.

Εδώ δεν μπορούμε να δούμε με τα μάτια μας και τις αισθήσεις μας δικά μας δημιουργήματα, ραδιοκύματα, κλπ. Πως θέλομε, έχομε το θράσος να δούμε το άκτιστον θείο Φως με τα κτιστά μας μάτια πριν αυτά ενδυναμωθούν δηλαδή από την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Γι᾽ αυτό και έπρεπε πρώτα να αλλοιωθούν από την ενέργεια του Θεού και ούτω αξιώθησαν να δούν την δόξα του Θεού. Αυτά τα αναλύει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς.

Και στο τελευταίο ερώτημα, η απάντησις είναι ότι ο Χριστός δεν έπρεπε να πάρη όλους τους Μαθητές στο Θαβώρ, διότι θα ήταν αναγκασμένος να πάρη και τον Ιούδα, που προφανώς δεν έπρεπε.

Ύστερα από όλα αυτά, κατανοούμε ότι ο Χριστιανισμός δεν είναι όπως άστοχα θεωρήται – και σ᾽ αυτό ευθυνόμεθα και εμείς οι ρηχοί σύγχρονοι Χριστιανοί -, μία επιδερμική ψυχοπαθητική εμμονή σε κάποια ηθικιστικά κρύα και άχαρα στερεότυπα, αλλά είναι άσκησις, κάθαρσις, φωτισμός και θέωσις. Και ο μέγας πλούτος της Χάριτος προσφέρεται απροσωπολήπτως μόνον στον »ενηλικιωμένο» εν Χριστώ Χριστιανό και όχι σε όποιον ρηχά αρέσκεται να τρέφεται μία ζωή, όχι με στερεά πνευματική τροφή, όπως λέγει σχετικά ο Απόστολος Παύλος, αλλά μόνο με γάλα, και μάλιστα »σκόνη», και αυτή ληγμένη. Διότι πάντα, αυτός ο Χριστιανός κατ᾽ όνομα, ευρίσκεται σε νηπιακή πνευματική κατάστασι χωρίς καν να το καταλαβαίνη.

Λοιπόν, εύχομαι σε όλους »καλή χριστοενηλικίωσι».
Αμήν. Γένοιτο!

Μεταμορφώση του Σωτήρος Ιησού Χριστού.

Γιώργος Λακαφώσης
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 5 (1 ψήφος)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.