Τον άγιο Αλέξανδρο, πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, τον συναντούμε πρώτη φορά στις ιστορικές πηγές κατά την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, η οποία συγκλήθηκε από τον Μέγα Κωνσταντίνο στη Νίκαια της Βιθυνίας το 325. Ο άγιος Αλέξανδρος, «ανήρ θεοφιλής», ήταν τότε πρεσβύτερος στο αξίωμα και είχε ηλικία οπωσδήποτε μεγαλύτερη των 70 αν όχι των 80, ετών.

Τον επισκοπικό θρόνο του Βυζαντίου κατείχε ο άγιος Μητροφάνης, ο οποίος επειδή ήταν υπέργηρος και ασθενής δεν έλαβε μέρος στη Σύνοδο, αλλά έστειλε αντιπρόσωπο τον «συμπρεσβύτερό του» άγιο Αλέξανδρο, που είχε από πολλών ετών βοηθό και συνεργάτη στο έργο του.

1. Τα πρώτα χρόνια
Ο άγιος Αλέξανδρος γεννήθηκε περί το 240. Ως εκ τούτου, έζησε σε παιδική ή νεανική ηλικία τους τελευταίους μεγάλους διωγμούς κατά της Εκκλησίας από τους αυτοκράτορες Δέκιο (250) και Βαλεριανό (257-260) και σε ώριμη ηλικία τους διωγμούς του Διοκλητιανού (303-305) και του Γαλέριου Μαξιμιανού (305-311). Τα χαρίσματα και η ευσέβεια του αγίου ανεδείχθηκαν κατά τη διάρκεια των εργασιών της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου και γενικότερα στον αγώνα κατά της αρειανικής αιρέσεως. Αμέσως μετά την ολοκλήρωση των εργασιών της Συνόδου και την επικράτηση της ορθοδόξου πίστεως επέστρεψε στην Πόλη, για να αναγγείλει στον γέροντα επίσκοπο Μητροφάνη τα καλά νέα και στη συ­νέχεια χωρίς καθυστέρηση, ο ακούραστος εργάτης του Ευαγγελίου, σύμφωνα με σχετική απόφαση της Συνοδού, ξεκίνησε παρά την ήδη προχω­ρημένη ηλικία του, για περιοδεία στη Θράκη και το Ιλλυρικό (τη σημερινή Σερβία και Αλβανία) με σκοπό να κάνει γνωστή σ’ όλους τους χριστιανούς την απόφαση της Συνόδου να στηρίξει τους ορθοδόξους μεταφέροντας στους επισκόπους όλων των πόλεων «τα διαπεμφθέντα συνο­δικά γράμματα και την έκθεσιν της Αγίας Ορθόδοξου Πίστεως». Μαζί του είχε ακόλουθο και βοηθό το νεαρό αναγνώστη Παύλο, ο οποίος στο μέλλον με τη σειρά του θα τον διαδεχόταν στον επισκοπικό θρόνο.

2. Ανάληψη του επισκοπικού χαρίσματος
Στην Πόλη ο άγιος Μητροφάνης λίγες ημέρες προ της κοιμήσεώς του και ενώ ο άγιος Αλέξανδρος έλειπε στην περιοδεία που αναφέραμε, συμβούλευσε τον Μέγα Κωνσταντίνο να φροντίσει να τον διαδεχθεί στον επισκοπικό θρόνο ο άγιος Αλέξανδρος, «στον οποίον αναπαύεται το Πνεύμα του Θεού το Άγιο· αυτόν που ως γνήσιο τέκνο υποτάσσεται με προθυμία στο θέλημα του πατέρα του και δεν αρνήθηκε να σηκώσει το βαρος της δίκης μου ευθύνης και τόσο χρόνο να αγωνίζεται να συγκρατήσει τη μανία του βλάσφημου και θεομάχου Αρείου και όλης της συντροφιάς του· αυτόν, που ακόμη και τώρα δεν παύει να αγωνίζεται». Αναφέρεται μάλιστα ότι κατά την τελευταία του Θεία Λειτουργία ο άγιος Μητροφάνης, παρουσία του Μεγάλου Κωνσταντίνου, πολλών άλλων φιλοξενούμενων επισκόπων (που επισκέπτονταν την Πόλη από την κοντινή Νίκαια, όπου είχαν συγκεντρωθεί για τη Σύνοδο), όλου του κλήρου και του λαού της Πόλεως, μετά την ανάγνωση του Ευαγγελίου απηύθυνε λίγα λόγια προς τους εκκλησιαζόμενους αποχαιρετώντας τους σαν να επρόκειτο να αναχωρήσει σε ταξίδι και τελείωσε με τα εξής λόγια: «Τεκνία μου, εγώ σύμφωνα με τη βούληση του Θεού μεταβαίνω προς τους πατέρας μου, αλλά η θεία χάρις, που θεραπεύει τα ασθενή και επανορθώνει τα ελλειπή δεν σας αφήνει απρονοήτους, σας προετοιμάζει μετά από εμένα επίσκοπο τον θεοφιλέστατο συμπρεσβύτερό μου Αλέξανδρο, απόντα μεν τω σώματι, παρόντα δε τω πνεύματι». Στο άκουσμα αυτό ο κλήρος και ο λαός, οι άγιοι πατέρες που παρίσταντο και ο βασιλιάς με ενθουσιασμό αναφώνησαν πολλές φορές το «Άξιος, άξιος». Στη συνέχεια ο γέρων επίσκοπος απόθεσε το ωμοφόριό του πάνω στην άγια Τραπεζα, για να το παραλάβει από εκεί ο διάδοχός του, ο οποίος, όπως προέβλεψε, «μετά την έξοδό μου σε επτά ημέρες θα είναι εδώ». Στις 4 Ιουνίου του 325 ο άγιος Μητροφάνης κοιμήθηκε και τον επισκοπικό θρόνο της Πόλεως ανέλαβε ο άγιος Αλέξανδρος μετά από επτά ημέρες, μόλις επεστρεψε από την περιοδεία.

3. Η απλότητα του ήθους του
Ο ιστορικός Σωζόμενος περισώζει ένα περιστατικο σχετικό με την απλότητα της πίστεως του αγίου Αλεξάνδρου. Την εποχή του κτισίματος της νέας πρωτεύουσας, της Κωνσταντινουπόλεως, πολλοί ειδωλολάτρες φιλόσοφοι με παραστάσεις τους προς τον Μέγα Κωνσταντίνο προσπαθούσαν να τον επηρεάσουν κατά της νέας θρησκείας, η οποία, όπως έλεγαν, ήταν πολύ απλοική σε σύγκριση με την ειδωλολατρική θρησκεία και τη φιλοσοφία που είχε αναπτυχθεί από τους Έλληνες. Διοργάνωναν λοιπόν συναντήσεις ενώπιον του βασιλέως μεταξύ Ελλήνων φιλοσόφων και χριστιανών θεολόγων, κατά τις οποίες εξέθεταν τις θέσεις τους και ανέπτυσσαν τα επιχειρήματά τους. Σε μια τέτοια συνάντηση είχε κληθεί και ο άγιος Αλέξανδρος. Ο Άγιος φημιζόταν τόσο για τη διαλεκτική του δεινότητα, όσο και για το χριστιανικό του ήθος, τον άμεμπτο βίο του και τη διαρκή φροντίδα της Εκκλησίας. Δεν θεώρησε όμως σωστό να αρνηθεί την πρόσκληση και παρευρέθηκε στη συνάντηση πιστεύοντας ότι θα προσέφερε ο,τι καλύτερο είχε. Όταν λοιπόν σηκώθηκε κάποιος φιλοσοφος να μιλήσει, πρώτος ο άγιος Αλέξανδρος του είπε: «Εν ονόματι Ιησού Χριστού επιτάττω σοι μη λαλείν» και πράγματι το στόμα του φιλοσόφου σφραγίστηκε και δεν μπόρεσε να μιλήσει, γεγονός που εξέπληξε τους παρισταμένους. Σημειώνει μάλιστα ο ιστορικός ότι είναι πολύ πιο θαυμαστό να κλείνεις το στόμα ενός ανθρώπου παρά να κάνεις με τα διάφορα υλικά αντικείμενα τις μαγγανείες και τις ταχυδακτυλουργίες που επεδείκνυαν κάποιοι από τους ειδωλολάτρες. Σε μια άλλη τέτοια συναντήση ένας γέροντας ομολογητής της χριστιανικής πίστεως, δηλαδή χριστιανός που φυλακίστηκε και βασανίστηκε για την πίστη του χωρίς όμως το μαρτύριό του να καταλήξει στο θάνατο, κατέπληξε τους πάντες και προσείλκυσε στη χριστιανική πίστη ένα δεινό φιλόσοφο με την απλότητα του ήθους του και την παρρησία της ομολογίας του.

4. Ιεραποστολική δράση
Κατά την περίοδο της αρχιερατείας του αγίου Αλεξάνδρου και με τη βοήθεια του Μεγάλου Κωνσταντίνου η Εκκλησία της Πόλεως ανέλαβε ιεραποστολική δράση προς τους Ίβηρες (σημερι­νοί Γεωργιανοί), οι οποίοι δεν είχαν εξ ολοκλήρου εκχριστιανισθεί. Ο χριστιανισμός στην Ιβηρία είχε κηρυχθεί από τον άγιο Απόστολο Ανδρέα, αλλά μέχρι την εποχή αυτή είχε περιορισθεί στα παράλια του Εύξεινου Πόντου, ενώ η ορεινή ενδοχώρα ήταν ειδωλολατρική. Μετά από πρόσκληση των Ιβήρων στάλθηκαν από τον άγιο Αλέξανδρο δύο επίσκοποι, ο Ιωάννης (326-332) και ο Ιάκωβος (332-360), οι οποίοι βάπτισαν τους Ίβηρες και ωργάνωσαν την Εκκλησία της Ιβηρίας. Μέχρι το 750 περίπου οι Ίβηρες αποτε­λούσαν εκκλησία εξαρτωμένη από το πατριαρ­χείο Κωνσταντινουπόλεως.

5. Η αρειανική αίρεση και η αντιπαράθεσή του με τον Άρειο
Η αρειανική αίρεση, παρά την απόφαση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου και παρ’ όλες τις προσπάθειες για τη διάδοση της αποφάσεως αυτής, δεν είχε εξαλειφθεί και έμελε να ταλαιπωρήσει την Εκκλησία για πολύ καιρό ακόμη. Η ομάδα των επισκοπών, που υπεστήριξαν τον Άρειο στη Σύνοδο, παρ’ όλο που προσυπέγραψαν τις αποφάσεις της, δεν ησύχασαν πότε. Η ομάδα αυτή είχε εν τω μεταξύ διευρυνθεί, ηγέτης της ήταν ο φιλόδοξος Ευσέβιος Νικομηδείας, ο οποίος είχε μεγάλη επιρροή στον αυτοκράτορα. Ακόμη πολλοί κρατικοί λειτουργοί καθώς και πρόσωπα από το οικογενειακό περιβάλλον του αυτοκράτορα είχαν προσχωρήσει στην αίρεση, μεταξύ των οποίων και η Βασιλίνα, μητέρα του τελευταίου ειδωλολάτρη αυτοκράτορα Ιουλιανού του Παραβάτου.

Κατά το τριακοστό έτος της βασιλείας του Μεγάλου Κωνσταντίνου (το 335) και κατόπιν πιέσεων από τον κύκλο αυτών που υπεστήριζαν τον αιρεσιάρχη, κλήθηκε ο Άρειος από τον αυτοκράτορα στην Κωνσταντινούπολη, για να ερωτηθεί και να ομολογήσει «ει την πίστιν της καθολικής εκκλησίας έχοι», αν έχει την πίστη, δηλαδή όλης της Εκκλησίας, την ορθή πίστη. Ο ερχομός του αιρεσιάρχη στην πρωτεύουσα ανα­ζωπύρωσε τη διαμάχη των δύο μερίδων του λαού, των ορθοδόξων και των αιρετικών, και πάλι επαναλήφθηκαν ταραχές στην Πόλη. Ο Άρειος, χωρίς πότε να έχει μετανοήσει ή να έχει αλλά­ξει κάτι στις αιρετικές του δοξασίες, βασιζόμενος μόνον στη μεγάλη δύναμη που είχαν οι υποστηρικτές του, ωμολογησε μπροστά στον βασιλιά ότι πιστεύει την κοινή πίστη της Εκκλησίας, έδωσε μάλιστα γραπτή ομολογία της πίστεώς του. Η ομολογία αυτή ήταν διατυπωμένη με τέτοιο τρόπο, ώστε, παίζοντας με τις λέξεις, χρησιμοποιώντας χωρία της Αγίας Γραφής και παραλείποντας ο,τι δεν τον εξυπηρετούσε, τις ενδεικτικές φράσεις δηλαδή της ορθοδόξου πίστεως, όπως την είχε διατυπώσει η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος, και αυτές της αιρετικής του διδασκαλίας, να κρύβεται η κακοδοξία του, για την οποία είχε καταδικασθεί από τη Σύνοδο. Έτσι παρουσίασε ότι η πίστη του ήταν ίδια με την πίστη της Εκκλησίας «υποκρινόμενος και αυτός, ως ο διάβολος τα των Γραφών ρήματα», όπως σχολιάζει ο άγιος Αθανάσιος. Ο Μέγας Κωνσταντίνος δέχθηκε την ομολογία του και τον έστειλε στον πατριάρχη Αλέξανδρο λέγοντας του όμως: «Ει ορθή σου η πίστις εστί, καλώς ώμοσας, ει δε ασεβής εστιν η πίστις σου και ώμοσας, ο Θεός εκ του ουρανού κρίναι τα κατά σε», θέλοντας έτσι να εκδηλώσει την επιφυλακτικότητά του για την ειλικρίνεια του Αρείου και να τον καταστήσει υπεύθυνο των πράξεών του. Με το δόλιο αυτό τρόπο και διά των συνηθισμένων σ’ αυτούς πιέσεων οι φιλικά προσκείμενοι στον Άρειο επίσκοποι και κοσμικοί άρχοντες θέλησαν να εισαγάγουν τον Άρειο στην εκκλησιαστική κοινωνία. Η δολιότητα και ο εκβιασμός έγκειται στο γεγονός ότι εφ’ όσον ο Άρειος είχε κριθεί από Οικουμενικη Σύνοδος της Νικαίας. Βλέποντας λοιπόν ότι στη φάση αυτή του αγώνα η θεολογική συζήτηση και η απροκάλυπτη έρευνα της αλήθειας δεν είχαν καμία δύναμη, άφησε κατά μέρος την προσπάθεια να πείσει τους αιρετικούς για το λάθος τους και κατέφυγε στον παντεπόπτη Θεό. Με νηστείες και προσευχές, νύκτα και ημέ­ρα παρακαλούσε τον Θεό. Σύχναζε μάλιστα στην εκκλησία την αφιερωμένη στην Αγία Ειρήνη του Θεού, η οποία ευρίσκεται πολύ κοντά στη Μεγάλη Εκκλησία της Αγίας Σοφίας (που τότε χτιζόταν), όπου μόνος «υπό την ιεράν τράπεζαν εαυτόν επί στόμα εκτείνας ηύχετο δακρύων»: αν μεν οι πεποιθήσεις και τα σχεδία του Αρείου ευοδωθούν, να μην ευρεθεί στην ανάγκη να τον συναντήσει κατά πρόσωπον, αν όμως η πίστη της εκκλησίας είναι ορθή, τότε ο Θεός ας αποδώσει το δίκαιο και ας μην επιτρέψει η αίρεση να νομι­σθεί ως ευσέβεια. Στην αγωνία του ο άγιος είχε συμπαραστάτη τον πρεσβύτερο Μακάριο, γνωστό του Μεγάλου Αθανασίου, ο οποίος και τον ενημέρωσε για τα συμβάντα στην Κωνσταντινούπολη.

6. Ο θάνατος του Αρείου
Η απάντηση του Θεού ήρθε πράγματι άμεση. Την παραμονή της ημέρας, κατά την οποία ο Άρειος επρόκειτο να γίνει δεκτός στην εκκλησιαστικη κοινωνία και ενώ περιεφέρετο στην αγορά της Κωνσταντινουπόλεως συνοδευόμενος, ως συνήθως, από πλήθος οπαδών του, πέρασε από τα δημόσια αποχωρητήρια για κάποια σωματική ανάγκη. Εκεί μέσα βρήκε οικτρό θάνατο «τοις σκυβάλοις μεν τα έντερα, τοις εντέροις δε την ψυχήν ο δείλαιος συναποβάλλει». Το γεγονός αυτό, όπως είναι φυσικό, προεκάλεσε ιδιαίτερη αίσθηση σε όλους. Το μέρος αυτό για πολλά χρόνια δείχνονταν από τους κατοίκους της Κωνσταντινουπόλεως και αποφεύγονταν η χρήση του, μέχρις ότου κάποιος αρειανόφρων αγόρασε το χώρο, γκρέμισε τα δημόσια αποχωρητήρια και έκτισε μια οικία ώστε να ξεχαστεί το γεγονός. Ο άγιος Αθανάσιος σχολιάζοντας τον απροσδόκητο θάνατο του Αρείου μας θυμίζει ότι ο θάνατος είναι το κοινό τέλος όλων μας και δεν είναι συνετό να ευχόμαστε το θάνατο κανενός, ακόμη κι αν είναι εχθρός, αφού δεν γνωρίζουμε πότε, αν θα μας βρεί το βράδυ ζωντανούς ο θάνατος όπως του Αρείου έγινε κάτω από τέτοιες συνθήκες που προκαλεί την έκπληξη και τον θαυμασμό μας. Ο Μέγας Κωνσταντίνος, όταν έμαθε για το θάνατο του Αρείου, έμεινε εκπληκτος και αυτός για το πως ελέγχθηκε ο αιρεσιαρχής ως επίορκος και, όπως ήταν επόμενο, μετά το γεγονός αυτό εξασθένησε κατά πολύ η επιρροή των αρειανών επισκοπών και κοσμικών αρχόντων στον αυτοκράτορα. Την επομένη ο άγιος Αλέξανδρος και ο ορθόδοξος λαός της Κωνσταντινουπόλεως συνάχθηκαν στην Αγία Ειρήνη και ευχαρίστησαν τον Θεό, όχι διότι χάρηκαν για το θάνατο του αιρεσιάρχη, αλλά διότι ο Θεός δεν εγκαταλείπει το λαό του και αποδίδει το δίκαιο, παρά τα άδικα σχέδια και τις άδικες κρίσεις των ανθρώπων. Στην Κωνσταντινούπολη επανήλθε η ειρήνη. Οι αιρετικοί ντροπιάστηαν και περιορίστηκαν. Η Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως, όσο ζούσε ο άγιος Αλέξανδρος, απολάμβανε την ειρήνη που οι ευχές και οι αρετές του αγίου της χαριζαν.

7. Η μαρτυρία του αγίου Γρηγορίου Θεολόγου
Τη θαυματουργική επέμβαση του Θεού, μετά τις προσευχές του αγίου Αλεξάνδρου, θυμάται πενήντα χρόνια αργότερα και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, το 381, όταν ήταν και αυτός πατριάρχης της Κωνσταντινουπόλεως σε εποχή ταραγμένη πάλι από την αίρεση των πνευματομάχων και προετοίμαζε την Εκκλησία για τη Β΄ Οικουμενική Σύνοδο. Απευθύνεται στο λαό της Κωνσταντινουπόλεως και τους λέγει ότι «έχουν παράδοση ορθοδοξίας ακολουθώντας ως μαθητές τον πρώτο επίσκοπο της Νέας Πόλεώς τους, τον Αλέξανδρο (τον πολύ τον ξακουστό), μεγάλο υπέρμαχο και κήρυκα της αγίας Τριάδος, ο οποίος με λόγους και με έργα εξαφάνισε την ασέβεια από την Εκκλησία» και τους θυμίζει τη δύναμη της προσευχής του, που κατά τα αποστολικά πρότυπα «κατέλυσε τον αρχηγό της ασέβει­ας σε χώρο αντάξιο του βορβόρου που έρρεε από το στόμα του και έτσι η ύβρις αντιστάθηκε στην ύβρι και ο δίκαιος θάνατος (του Αρείου) στηλίτευσε τον άδικο θάνατο πολλών ψυχών», που παρασύρονταν από τις αιρετικές διδασκαλίες του.

8. Η κοίμηση του Αγίου
Ο άγιος Αλέξανδρος απεβίωσε εν ειρήνη το 337 (ένα έτος μετά τον Μέγα Κωνσταντίνο) σε ηλικία 98 ετών, ενώ είχε συμπληρώσει εικοσιτρία χρόνια στη διοίκηση της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως. Πριν από την κοίμησή του είχε υποδείξει ως καταλληλότερους να τον δια­δεχθούν δύο από τους συνεργάτες του, τον Παύλο, πρεσβύτερο τώρα, νέο μεν στην ηλικία αλλά σοφό και ενάρετο στο βίο, και τον Μακεδόνιο, διάκονο, προβεβηκότα στην ηλικία. Δυστυχώς η εκλογή του διαδόχου του προεκάλεσε νέες ταραχές στο πλήρωμα της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, διότι οι ορθόδοξοι μεν προτιμούσαν τον Παύλο, οι αρειανοί δε τον Μακεδόνιο.
 

 

Γιώργος Λακαφώσης

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.