Φθάνουμε γύρω στις δώδεκα το μεσημέρι. Ρωτάμε κάποιους ντόπιους τι ώρα φεύγει το επόμενο καραβάκι για το Άγιο Όρος. «Δεν υπάρχει άλλο καραβάκι για μέσα. Ένα δρομολόγιο γίνεται καθημερινά και αυτό φεύγει στις εννιά το πρωί. Το χάσατε. Αύριο πάλι…» μας ενημερώνουν.

Δεν έχουμε περιθώριο να χαθεί η ημέρα, γιατί Κυριακή βράδυ πρέπει να είμαστε πίσω στην Αθήνα.

Στην παραλία, λίγο παραπέρα, συναντάμε έναν ψαρά, που φτιάχνει τα δίχτυα του.

– Καλησπέρα, θέλουμε να μπούμε στο Άγιο Όρος και μας ενημέρωσαν ότι χάσαμε το καράβι. Είναι ανάγκη να μπούμε σήμερα στο μοναστήρι.

– Έχετε βγάλει διαμονητήρια[1];

– Δεν γνωρίζουμε την ακριβή διαδικασία. Ερχόμαστε από την Αθήνα και δεν προλάβαμε να ενημερωθούμε. Μόλις φτάσαμε.

– Αφού δεν έχετε διαμονητήρια, δεν μπορώ να σας πάω.

– Είμαστε διατεθειμένοι να σε ανταμείψουμε αδρά.

– Πού ακριβώς θέλετε να πάτε;

– Στην Ι.Μ. Κωσταμονίτου.

– Επειδή είστε νέα παιδιά και έρχεστε για πρώτη φορά, πηγαίνετε στην άκρη, δεξιά του μώλου, και θα έρθω να σας πάρω σε πέντε λεπτά.

Οι συνθήκες τότε το επέτρεπαν. Σήμερα κάτι τέτοιο δεν θα ήταν δυνατόν.

– Φορτωμένοι, επιβιβαζόμαστε στο μικρό καϊκάκι από τον μώλο της Ουρανούπολης. Είμαστε οι μοναδικοί προσκυνητές εκείνη την ώρα. Όλοι έχουν φύγει. Στο χωριό επικρατεί νεκρική ησυχία.
Η είσοδος στο Άγιο Όρος γίνεται αποκλειστικά δια θαλάσσης.

Στρέψαμε το βλέμμα μας προς το βουνό και είδαμε τα σύνορα που διαχωρίζουν το Άγιο Όρος από το υπόλοιπο χερσαίο έδαφος του τρίτου ποδιού της Χαλκιδικής.

Μπροστά στα μάτια μας η φύση απλώνεται μαγευτική και το φυσικό κάλλος που σε περιβάλλει μοιάζει ανέγγιχτο από την ανθρώπινη κτητικότητα. Εμφανίστηκαν μπροστά μας και τα πρώτα κελιά, μικρά σπιτάκια όπου συνήθως μένει μια μικρή ομάδα μοναχών που ασχολούνται, εκτός από τα θρησκευτικά τους καθήκοντα, με γεωργικές εργασίες, εργόχειρα κ.α.

Έχουμε αφήσει πίσω τον θόρυβο της πρωτεύουσας, ενώ η μόνη παρέα μας είναι κάποιοι γλάροι που φτερουγίζουν εκατέρωθεν του καϊκιού και μας συνοδεύουν.

Μπαίνοντας στα ενδότερα του Αγίου Όρους, νιώθεις όντως κάτι διαφορετικό∙ μια διαφορετική ενέργεια, μια γαλήνη. Σαν να μην σ’ απασχολεί ο χρόνος.

Σαν να μην σ’ ενδιαφέρει τι γίνεται έξω από αυτόν τον τόπο.

Σε κάποια στιγμή αρχίζουν να διακρίνονται στη σειρά κατά μήκος της χερσονήσου το ένα μοναστήρι μετά το άλλο. Η θέα ανεπανάληπτη, τα μοναστήρια φαντάζουν σαν βυζαντινά κάστρα, το καθένα με τον δικό του πύργο. Πέτρινα τείχη υψωμένα γύρω γύρω και κάπου ανάμεσα ξεπροβάλλουν τρούλοι εκκλησιών, άλλοι μικροί και άλλοι μεγάλοι.

Ασυναίσθητα μια απορία βγαίνει από μέσα σου. Πώς είναι δυνατόν να έχουμε ένα τέτοιο ζωντανό, βυζαντινό αριστούργημα στη χώρα μας, σαν μουσείο, και να μην το γνωρίζουμε σαν Έλληνες;

Ήρθε η ώρα να αποβιβαστούμε από το πλοιάριο στον αρσανά[2]του μοναστηριού. Χρειάζεται να περπατήσουμε μιάμιση ώρα, όλο ανηφόρα. Ολομόναχοι με τα σακίδια στην πλάτη, ξεκινάμε την ανοδική πορεία. Μετά από δεκαπέντε λεπτά, μπαίνουμε σ’ ένα πανέμορφο δάσος που μας χαρίζει ανάσες δροσιάς μέσα στο κατακαλόκαιρο.

Παρατηρούμε από μακριά μες στην άχνη το μοναστήρι, που φάνταζε σαν κάστρο πέτρινο, απόρθητο, Βυζαντινό.

Μετά από μια απότομη ανηφόρα, φθάνουμε στο μοναστήρι. Δεν μας περίμεναν και έτσι δεν υπάρχει κάποιος να μας παραλάβει. Ακριβώς έξω από την κυρίως πύλη της μονής, προς τα αριστερά, βλέπουμε έναν μοναχό ηλικιωμένο, πάνω από εβδομήντα ετών, με ένα πόδι γονατιστό μέσα σε έναν μικρό κήπο να σέρνεται και να περιποιείται ένα ένα τα λουλούδια.

Μας είχαν ενημερώσει, όταν συναντάμε κάποιον μοναχό στον δρόμο μας, να λέμε “Ευλογείτε”, τον καθιερωμένο μοναστικό χαιρετισμό. Περνάμε από δίπλα του, για να μπούμε στην κυρίως μονή.

– Ευλογείτε.

– Ο Κύριος. Καλώς τα παλληκάρια, από πού μας έρχεστε;

– Από την Αθήνα, πάτερ.

– Περάστε, περάστε στο αρχονταρίκι στα δεξιά σας, όπως μπαίνετε, στον χώρο υποδοχής των προσκυνητών.

Μπαίνουμε από μια τεράστια ξύλινη πύλη, την είσοδο του μοναστηριού, που κλείνει κατά τη δύση του ηλίου. Ακριβώς μπροστά μας και αριστερά εμφανίζεται ένας επιβλητικός ναός, το Καθολικό της μονής, και γύρω γύρω από τον ναό υπάρχουν διώροφα κτίρια, πολύ παλαιά, μακεδονικής αρχιτεκτονικής με φαρδείς εξώστες και δωμάτια αριστερά και δεξιά.

Τα έχουμε χαμένα. Μας υποδέχεται ο αρχοντάρης[3].

Να σας κεράσουμε το παραδοσιακό αγιορείτικο κέρασμα: ρακί, για να κόβεται ο ιδρώτας του πεζοπόρου, λουκούμι, για να γλυκαίνεσαι και να ανακτάς γρήγορα δυνάμεις λόγω των σακχάρων που περιέχει, νερό, για να ξεδιψάς, και καφέ, για να τονώνεσαι.

Απολαμβάνουμε το κέρασμα και παίρνουμε μια πρώτη γεύση της αγιορείτικης φιλοξενίας. Έπειτα ο αρχοντάρης μάς οδηγεί σ’ ένα τεράστιο δωμάτιο με δέκα ράντζα.

Ευτυχώς, είμαστε οι μόνοι προσκυνητές τη συγκεκριμένη ημέρα.

– Πάτερ, σας παρακαλώ, μπορώ να συναντήσω τον Γέροντα Αντώνιο;

– Πέτρο, ο Γέροντας είναι άρρωστος και δεν θα μπορέσει να σας δει σήμερα. Αύριο, εάν νιώθει καλύτερα, θα σας υποδεχτεί στο κελάκι του.

– Παρακαλώ, μπορείτε να τον ενημερώσετε ότι με στέλνει ο πατέρας μου, να τον συναντήσω;

– Θα τα πούμε και αύριο, μην ανησυχείς. Καλή ξεκούραση.

Τα πάντα μοναδικά και πρωτόγνωρα γύρω μας, από την εσωτερική διακόσμηση, τους ήρωες του 1821 που έχουν κρεμασμένους στους τοίχους, μέχρι την ατελείωτη ησυχία, την ειρηνική και κατανυκτική ατμόσφαιρα που αποπνέει αυτός ο ευλογημένος τόπος.

Αποσυρόμαστε από νωρίς στο δωμάτιό μας μετά το άτυπο σιωπητήριο, που γίνεται με τη δύση του ηλίου.

Τίποτα δεν κινείται μετά τη δύση του ηλίου, υπάρχει απόλυτη ησυχία. Κουρασμένοι από το ταξίδι, δεν έχουμε πρόβλημα να κοιμηθούμε τόσο νωρίς.

Πεντέμισι ώρες έχουν περάσει περίπου, και γύρω στις δύο το πρωί κάποιος Μοναχός χτυπάει την πόρτα του δωματίου μας αρκετά δυνατά.

– Παιδιά, σηκωθείτε. Άρχισε η ακολουθία.

Κοιταζόμαστε με τον Γιάννη κάπως παράξενα. Δεν έχουμε όμως άλλη επιλογή. Σηκωνόμαστε αμέσως. Σκοτάδι παντού μέσα στο δωμάτιο. Μόλις που διακρίνουμε τα ρούχα μας, για να ντυθούμε.

Μόνο στον διάδρομο έξω από το δωμάτιο, υπάρχει κρεμασμένη στον τοίχο μια λάμπα πετρελαίου και άλλη μία στις κοινές τουαλέτες.

Δεν υπάρχει ηλεκτρικό ρεύμα. Για την θέρμανση υπάρχουν ξυλόσομπες παντού και το μαγείρεμα ακόμα γίνεται αποκλειστικά με ξύλα.

Με μεγάλη δυσκολία κατεβαίνουμε τις σκάλες που οδηγούν στο Καθολικό, τον κύριο ναό της μονής, μεταξύ τεσσάρων άλλων παρεκκλησιών, κτισμένων στις τέσσερις γωνίες του κτιριακού συγκροτήματος. Το μόνο που βλέπεις είναι μαύρα ράσα να κινούνται στο σκοτάδι.

Μόλις που διακρίνουμε την είσοδο. Μπαίνουμε στην εκκλησία. Η θέα και η ατμόσφαιρα απερίγραπτα κατανυκτική. Καντήλια κρεμασμένα με ταπεινό φωτισμό και όλα σχεδόν τα στασίδια αριστερά και δεξιά γεμάτα μοναχούς, οι περισσότεροι από τους οποίους ηλικιωμένοι. Υπάρχουν ωστόσο και νέοι.

Όλοι κρατούν ένα μεγάλο κομποσκοίνι στο χέρι τους, που γυρίζουν με τα δάχτυλά τους. Κάθε κόμπος είναι και μια ευχή, όπως έτσι ονομάζουν το “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με “.

Αφού προσκυνήσαμε, αρχίζουμε να νιώθουμε αμηχανία. Δεν ξέρουμε τι να κάνουμε. Μας πλησιάζει ένας ψηλόσωμος, επιβλητικός Μοναχός και μας κάνει νεύμα να προχωρήσουμε στα ενδότερα του ναού. Προχωράμε δειλά δειλά και αφού διασχίζουμε έναν χώρο που ονομάζεται «λιτή», μπαίνουμε στον κυρίως ναό.

Ο ναός ήταν βυζαντινού ρυθμού με σταυροειδές σχήμα, δεξιά και αριστερά ήταν οι χοροί των ψαλτών σε ημικυκλικό σχήμα και στο μέσον κάθε ημικυκλίου υπήρχε από ένα αναλόγιο.

Στο μέσον ακριβώς του κυρίως ναού κρεμόταν από τον τρούλο ένας τεράστιος μπρούτζινος πολυέλαιος και γύρω γύρω δικέφαλοι αετοί με παραστάσεις Αγίων και Αποστόλων να παρεμβάλλονται ανάμεσά τους.
Ο ναός είναι αφιερωμένος στον Άγιο Στέφανο.

Να σας πω σ’ αυτό το σημείο, έτσι από ιστορικό ενδιαφέρον, πως, μετά τον εορτασμό της χιλιετηρίδας του Αγίου Όρους το 1963, όλοι έλεγαν ότι αυτό θα ήταν και το τέλος του Αγίου Όρους. Είχαν μείνει μόνο γεροντάκια, καθώς μεταπολεμικά δεν ερχόντουσαν πλέον νέα παιδιά, όπως συνέβαινε προπολεμικά.

Το τέλος της δεκαετίας του 1970 ήταν μια μεταβατική περίοδος για το Άγιο Όρος. Μετά την παρακμή των περασμένων δεκαετιών λόγω του πρώτου και δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, το Άγιο Όρος είχε αρχίσει να ανθίζει με την είσοδο νέων μοναχών, και μάλιστα μορφωμένων, που άρχισαν σιγά σιγά να επανδρώνουν τις διάφορες μονές, με αποτέλεσμα σήμερα όλες οι ιερές μονές από ιδιόρρυθμες[4]να έχουν γίνει κοινοβιακές[5]και να έχουμε πλέον ένα ανθοφόρο Άγιο Όρος με περίπου δύο χιλιάδες μοναχούς.

Mετά από πέντε ώρες η ακολουθία τελείωσε.

Βαδίζουμε προς την έξοδο της εκκλησίας περίπου στις επτά το πρωί. Ακολουθούμε τους μοναχούς και οδηγούμαστε σε μια μεγάλη τραπεζαρία, στρωμένη για όλους, μοναχούς και φιλοξενούμενους.

Αυτή είναι η κυρίως αίθουσα που ονομάζεται «τράπεζα», όπου γευματίζουν μετά το πέρας της ακολουθίας. Πρωί πρωί σερβίρεται το κύριο γεύμα της ημέρας. Το απόγευμα μετά τον εσπερινό σερβίρεται το δείπνο, που είναι πρόχειρο και προαιρετικό.

Μπαίνουμε σε μια επιβλητική μεγάλη αίθουσα με ξύλινα, μοναστηριακά τραπέζια, που χωρούν περίπου δέκα προσκυνητές το καθένα. Ο τραπεζάρης, ο υπεύθυνος επί του γεύματος, μας δείχνει πού να καθίσουμε.

Κοιτώ έκπληκτος τις τοιχογραφίες που αγκαλιάζουν τον χώρο. Στο βάθος το τραπέζι του ηγούμενου, ενώ πίσω κάθεται η γεροντία[6] που συνήθως απαρτίζεται από έξι έως οχτώ μοναχούς ανάλογα με το μοναστήρι. Οι μοναχοί κάθονται όλοι μαζί και στα επόμενα τραπέζια κάθονται οι προσκυνητές ή «λαϊκοί», όπως μας αποκαλούν.

Το γεύμα σήμερα είχε μια χορταστική μερίδα φασολάκια μαγειρευτά, μια σαλάτα με αγγουράκι, ντομάτα με μπόλικο κρεμμύδι, κι ένα μήλο για τον καθένα. Στη μέση του τραπεζιού ένα καλαθάκι με ζυμωτό ψωμί και μια πιατέλα μεταλλική με ελιές για όλους. Ένα τραπέζι λιτό αλλά νόστιμο, υγιεινό και περιεκτικό.

Μόλις ξεκινήσαμε να τρώμε, ένας Μοναχός (ο αναγνώστης) διαβάζει την ιστορία του Αγίου που γιορτάζει σήμερα.

Έχω αφεθεί στην εμπειρία της στιγμής. Ό,τι παρατηρώ, καταγράφεται στον σκληρό δίσκο της ψυχής μου και αποθηκεύεται βαθιά μέσα μου. Τέτοιες στιγμές ανασύρονται από τη μνήμη, όταν πραγματικά το έχουμε ανάγκη, για να μας δίνουν δύναμη. Χτυπούν στο συγκινησιακό πεδίο και ενεργοποιούνται αυτόματα κάθε φορά που βιώνουμε βαθιά ερεθίσματα.

Τα ποτήρια που πίνουμε νερό είναι τσίγκινα, όπως και τα πιάτα. Δεν υπάρχουν πολυτέλειες.

Καθισμένος όπως ήμουν, χάζευα τα πάντα γύρω μου, εικόνες, αντικείμενα, φυσιογνωμίες. Έμοιαζα χαμένος. Ένας προσκυνητής, που καθόταν δίπλα μου, το κατάλαβε και μου λέει: «Όποιος έρχεται μια φορά στο Άγιο Όρος, ξανάρχεται. Το μέρος σε τραβάει, σ’ επαναφέρει εδώ».

Την ώρα του φαγητού απαγορεύεται αυστηρά η ομιλία, γι’ αυτόν τον λόγο, απλά του έκανα ένα νεύμα κατάφασης κουνώντας το κεφάλι μου.

Το γεύμα κρατάει μόλις δέκα με δεκαπέντε λεπτά και χρειάζεται προσήλωση και σεβασμός στη διαδικασία. Μετά το πέρας του γεύματος ο ηγούμενος στέκεται, για να ευλογήσει τους μοναχούς και τους προσκυνητές κατά την έξοδό τους από την τράπεζα και απέναντί του, στέκονται με υπόκλιση ο μάγειρας, ο τραπεζάρης και ο αναγνώστης, ζητώντας συγγνώμη – καθένας για τον τομέα ευθύνης του -, εάν κάτι δεν έκανε σωστά.

Βγαίνοντας, αναλογίζομαι ότι στον κόσμο που ζούμε, δύσκολα έως και σπάνια ζητάμε συνειδητά συγγνώμη από τον πλησίον μας για κάποιο λάθος ή παράλειψη που έχουμε κάνει, ενώ εδώ ζητούν προκαταβολικά συγγνώμη σε περίπτωση που νιώθουν πως έχουν κάνει κάποιο λάθος.

Εκεί άρχισα να αντιλαμβάνομαι την έννοια της ταπείνωσης. Άρχισα να βλέπω το «σπουδαίο» ΕΓΩ σε δεύτερη μοίρα.

Μετά το πέρας του φαγητού, μας περιμένει ο αρχοντάρης, για να μας οδηγήσει στο κελάκι του Γέροντα.

Μόλις έχει ξημερώσει για τα καλά. Χτυπάει διακριτικά την πόρτα του κελιού του, την ανοίγει και μας κάνει νόημα να μπούμε μέσα.

Γέροντα, ήρθαν τα παιδιά να πάρουν την ευχή σου. Ευλόγησέ τα!

Τον βοηθάει να σηκωθεί από το κρεβάτι, για να μπορεί να μας βλέπει καλύτερα.

Αντικρίζω τη θέα του προσώπου του, που σαν φως – χωρίς να υπερβάλλω -, φωτίζει όλο το κελί γύρω μας. Στην έκφρασή του, ένα χαμόγελο ευφροσύνης και αγαλλίασης με διαπερνά ακαριαία.

– Γέροντα, την ευχή σας. Με στέλνει ο πατέρας μου από την Αθήνα. Λόγω της υγείας του δεν μπόρεσε να έρθει ο ίδιος και σας μεταφέρω τη μετάνοιά του.

Πλησιάζω ακόμα περισσότερο να του φιλήσω το χέρι, και αρχίζει με τρεμάμενη φωνή να ψιθυρίζει «του Παυλή μου ο γιος είσαι, του Παυλή μου ο γιος είσαι» και με αγκαλιάζει.

Ακουμπάει το κεφάλι μου στο στήθος του. Εκείνη τη στιγμή νιώθω μια ευωδία να βγαίνει από τα σπλάχνα του, την οποία νιώθει και ο Γιάννης.

Καθόμαστε ακριβώς απέναντί του. Κρατά στο ροζιασμένο χεράκι του ένα κομποσκοίνι με μεγάλους κόμπους τριμμένο από την πολλή χρήση.

Εκείνη την ώρα νιώθω να αναβλύζει από μέσα μου ευγνωμοσύνη για τις στιγμές που ζω.

Πνευματικά ακατάρτιστος, δεν γνωρίζω τι να τον ρωτήσω, τα έχω λίγο χαμένα και οι κινήσεις μου μαρτυρούν αμηχανία και συνάμα απειρία.

Ο αρχοντάρης μάς ενημερώνει ότι θα πρέπει να αποχωρήσουμε, γιατί η υγεία του γέροντα είναι επιβαρυμένη.

Ενώ είμαστε έτοιμοι να φύγουμε, ξεχνώ ξαφνικά την ντροπαλότητά μου, τον αγκαλιάζω, του φιλώ το χέρι, δακρύζω και του ζητώ να προσεύχεται για μένα και ιδιαίτερα για τη νέα πορεία που επρόκειτο να ακολουθήσω στην Αμερική ως μηχανολόγος μηχανικός.

Σκύβει και μου λέει χαμηλόφωνα στο αυτί: «Την ευχή να λες, παιδί μου. Η ευχή να γίνει η αναπνοή σου».

– Γέροντα, δεν γνωρίζω ποια είναι η ευχή.

– Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με.

Ρώτησα αν θα μπορούσαμε να βγάλουμε μια φωτογραφία και μας επέτρεψε. Την έχω κάνει κάδρο στο κελί μου, την ασπάζομαι καθημερινά, αλλά η μεγαλύτερη ευλογία που μου άφησε παρακαταθήκη ο παππούς, ήταν αυτό το τριμμένο κομποσκοίνι, που μου φύλαξε ο αρχοντάρης και μου παρέδωσε μετά την κοίμησή του σε ηλικία 96 ετών.

Είναι ένα προσκύνημα χαραγμένο πολύ βαθιά μέσα στην καρδιά μου. Η θέα αυτών που αντικρίσαμε και τα λίγα λόγια που ανταλλάξαμε ήταν αρκετά να επαναπροσδιορίσουν την εσώτερη ύπαρξή μου και να με μυήσουν σε μια άλλη προοπτική και διάσταση της ζωής, που ποτέ δεν είχε περάσει από το μυαλό μου, με αποτέλεσμα να με κάνουν να διερωτώμαι και να προβληματίζομαι έντονα.

Μήπως η ζωή μας δεν είναι τόσο εφήμερη;

Αναρωτήθηκα μέσα μου για την ανθρώπινη φύση.

Σκέφτηκα στιγμιαία πως δεν είναι τυχαίο που οι μεγάλοι Έλληνες φιλόσοφοι και τραγικοί ποιητές προσπάθησαν μέσα από τα έργα τους να προσεγγίσουν και να αποδώσουν τον ορισμό του ανθρώπου.

Κατέληξα συνοπτικά στον ορισμό που έδινε ο Σωκράτης, ότι δηλαδή άνθρωπος είναι αυτός που αναλογίζεται και κρίνει όσα έχει δει και αν κάτι μας διακρίνει ως όντα, όπως έλεγε ο Αριστοτέλης, είναι η έφεσή μας στη γνώση.

Πού θέλω να καταλήξω με όλα αυτά;

Βλέπουμε, παρατηρούμε, εξετάζουμε και αξιολογούμε τι είναι ορθό στη ζωή. Και αυτό μπορούμε να το πετύχουμε μόνο μέσα από την εξελισσόμενη γνώση.

Ο άνθρωπος χρειάζεται να δημιουργεί, χωρίς να αποδυναμώνει τη φαντασία του, να αναπαράγει τη γνώση, χωρίς ωστόσο να καταργεί τις άγνωστες και κρυφές σε εκείνον πτυχές της.

Στον κόσμο που ζούμε ποτέ δεν θα μάθουμε τα πάντα, ποτέ δεν θα κατακτήσουμε το τέλειο.

Με όλα αυτά να στριφογυρίζουν στο μυαλό μου, έφτασε η ώρα να επιστρέψουμε.

Στέκομαι μόνος κοιτάζοντας τη θάλασσα. Αυτός ο τόπος είναι καθαρός από πειρασμούς και περισπάσεις. Γη ανέγγιχτη από τον χρόνο. Η περιορισμένη προσβασιμότητα χαρίζει στον τόπο και στον υδροφόρο ορίζοντα μια ελευθερία αναπνοής. Όσο μεγαλύτερη η ανάσα τόσο πιο βαθιά βυθίζεσαι στην πνευματική ελευθερία. Βλέπεις την ομορφιά με άλλα μάτια. Όσο περισσότερο αφήνεσαι στο Όρος, τόσο μεγαλύτερη είναι η εσωτερική κάθαρση.

Τόπος ιερός, ανόθευτης καθαρότητας και αδιάλειπτης ροής πνευματικής ενέργειας.

«Ο άνθρωπος χρειάζεται να βλέπει ορίζοντα

αντί ομίχλη σε ό,τι κάνει στη ζωή του.»

Παίρνουμε τον δρόμο της επιστροφής για την Αθήνα. Σε όλη τη διαδρομή συζητάμε για το Άγιο Όρος. Δεν μπορούν να φύγουν στιγμή από το μυαλό μας οι εικόνες, η εμπειρία, το βίωμα συνολικά.

Εξακολουθώ και μετά την επιστροφή μου στην Αθήνα να προβληματίζομαι για τις προτεραιότητες στη ζωή μου.

Πριν αναχωρήσω για τη Νέα Υόρκη, η αδερφή μου με τον πατέρα μου με πείθουν να επισκεφθούμε τον Γέροντα (Άγιο πλέον) Πορφύριο, αν και προσωπικά ήθελα να το αποφύγω.

Ο Γέροντας ζει μόνος του σε μια παράγκα στον Ωρωπό Αττικής.

Ανοίγει την πόρτα, πριν ακόμη χτυπήσουμε. Μας αντικρίζει και απευθύνεται σ’ εμένα προσωπικά.

– Πέτρο, παιδί μου, καλώς ήρθες.

Με αγκαλιάζει και με ασπάζεται.

– Έλα μέσα, παιδί μου, να τα πούμε. Θέλω να σου πω τα σχέδιά μου για το μέλλον. Εδώ, στο πίσω μέρος, θα κάνουμε ένα μεγάλο γυναικείο μοναστήρι. Μπορείς σε παρακαλώ να ψάξεις ένα μονωτικό υλικό, για να το τοποθετήσουμε ανάμεσα στους τοίχους;

Χωρίς να του έχω αναφέρει τίποτα σχετικά με τις σπουδές μου και την εργασία που θα ξεκινούσα στην Αμερική, αρχίζει να μου αναπτύσσει τεχνικά θέματα με τέτοια λεπτομέρεια σαν να περιέγραφε με ακρίβεια το νέο εργασιακό μου αντικείμενο. Μου μιλά για την ενεργειακή εκμετάλλευση του αερίου που εκλύεται ως φλόγα από τα διυλιστήρια και αρχίζω να προβληματίζομαι μέσα μου γι’ αυτήν την καταπληκτική σύμπτωση της θεματολογίας.

«Άγιος» λέω «είναι ή πλανεμένος».

«Άντε πάμε έξω τώρα, μην περιμένουν και οι άλλοι» μου λέει.

– Γέροντα, θέλω να πάρω τη συμβουλή σας για ένα προσωπικό θέμα που με απασχολεί. Μπορώ να το μοιραστώ μαζί σας;

– Άφησέ το καλύτερα. Μη δίνεις συνέχεια, γιατί θα υποφέρεις.

– Γέροντα, να σας πω τι ακριβώς συμβαίνει.

– Άφησέ το, παιδί μου, θα έχεις προβλήματα.

Το υπέροχο καλοκαίρι στην Ελλάδα τελειώνει. Χαιρετάω γονείς, αδέρφια και καρδιακούς φίλους και επιστρέφω στην Αμερική. Τα συναισθήματά μου ανάμεικτα. Το μέλλον θα δείξει.

[1] Η άδεια της Ιεράς Κοινότητας για την είσοδο στο Άγιο Όρος

[2] Μικρό λιμανάκι

[3] Ο επιτετραμμένος μοναχός, υπεύθυνος για τους προσκυνητές

[4] Οι μονές όπου οι μοναχοί ζουν ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλον, χωρίς κοινό πρόγραμμα παρά μόνον τις Κυριακές.

[5] Οι μονές όπου οι μοναχοί ζουν σαν σε οικογένεια με κοινό πρόγραμμα και καταμερισμό εργασιών.

[6] Το όργανο διοίκησης του μοναστηριού

Απόσπασμα από το βιβλίο ” Από το Μανχάταν στο Άγιο Όρος”

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.