Σὲ ἀπόσταση δεκαοκτώ χιλιομέτρων ἀπὸ τὴν Κόνιτσα, στὶς δασωμένες πλαγιὲς τοῦ ὄρους Δοῦσκον (Νεμέρτσικα) καὶ σὲ μία πανέμορφη θέση μὲ πανοραμικὴ θέα πρὸς τὸν ποταμὸ Ἀῶο καὶ τὴν κοιλάδα τοῦ Μπουραζανίου, εἶναι κτισμένο τὸ χωριὸ Ἀηδονοχώριον.

Τὸ Ἀηδονοχώρι βρίσκεται κυριολεκτικῶς μιὰ ἀνάσα ἀπὸ τὰ σύνορα τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν Βόρειο Ἤπειρο.

Σὲ αὐτὸ τὸ χωριό, γεννήθηκε στὶς 15 Ἰουνίου τοῦ 1937 ὁ κατὰ κόσμον Δημήτριος Ράγγας. Ὁ πατέρας του λεγόταν Λάζαρος καὶ ἡ μητέρα του Μάρθα καὶ εἶχαν ὀκτὼ παιδιά. Ὁ Δημήτριος ἦταν τὸ ἕκτο κατὰ σειρὰ παιδί τους.

Ὅλα ἔδειχναν νὰ κυλοῦν ὁμαλὰ στὸ ἀκριτικὸ αὐτὸ ἐπαρχιακὸ χωριό, χαρακτηριστικό τοῦ ὁποίου εἶναι οἱ πολλοὶ Ναοὶ καὶ τὰ ἐξωκλήσια του. Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἡ οἰκογένεια τοῦ Λαζάρου καὶ τῆς Μάρθας, ἔδωσε στὴν Ἐκκλησία τρία παιδιά τους, τὸν Σπυρίδωνα (ἔγγαμο Ἱερέα), τὴν Νίκη (μακαριστή Καλλινίκη Μοναχή στὴν Ἱερά Μονή Ἁγίας Τριάδος Κορωπίου † 2023) καὶ τὸν Δημήτριο (Νικόδημο Μοναχὸ στὸ Ἅγιον Ὅρος).

Ὅμως τὸ Ἀηδονοχώρι, λόγῳ τῆς γεωγραφικῆς του θέσης, ἔχει τὴν δική του ξεχωριστὴ ἱστορία. Ἔζησε, βίωσε καὶ διαδραμάτισε τὸν δικό του σημαντικὸ ρόλο στὸ διάβα τῶν αἰώνων. Δίπλα στὰ σύνορα μὲ τὴν σκλαβωμένη Βόρειο Ἤπειρο (Ἑλληνική γιὰ πολλούς αἰῶνες, μὰ πλέον τμήμα τῆς Ἀλβανίας), ὑπῆρξε τὸ πρῶτο χωριὸ ποὺ δέχθηκε τὴν Ἰταλικὴ ἐπιδρομὴ (τομέας «Μέρτζιανη») κατὰ τὴν προέλαση τῶν ξένων στρατευμάτων στὴν Χώρα μας στὸν Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο καὶ γνώρισε τὸν ἀπάνθρωπο χαρακτήρα τῶν ἰταμῶν κατακτητῶν -Ἰταλῶν καὶ Γερμανῶν-, μὲ ἀποκορύφωμα τὴν ὁλοσχερῆ του καταστροφὴ ἀπὸ τὴν δολοφονικὴ ἐπιδρομὴ τῆς 1ης Μεραρχίας Ὀρεινῶν Καταδρομῶν «Ἐντελβάϊς» τοῦ γερμανικοῦ στρατοῦ στὶς 9 Ἰουλίου τοῦ 1943.

Ἔμελλε λοιπὸν καὶ ἡ οἰκογένεια τοῦ Δημητρίου Ράγγα, νὰ ζήσει τὰ ζοφερὰ ἐκεῖνα γεγονότα τοῦ πολέμου καὶ τοῦ κατατρεγμοῦ. Ἡ οἰκογένειά του ἄφησε τὸ ἀγαπημένο μαρτυρικὸ χωριὸ Ἀηδονοχώρι καὶ μετακόμισε πλέον ὁριστικὰ στὴν Κόνιτσα.

Ἐκείνη τὴν ἐποχὴ (1946-1949) χιλιάδες Ἑλληνόπουλα, θύματα τοῦ μίσους καὶ μιᾶς ἀκατανόητης κομματικῆς ἐμπαθείας, ὁδηγήθηκαν πρὸς τὶς χῶρες τοῦ λεγομένου «ἀνατολικοῦ μπλόκ», μακριὰ ἀπὸ τὶς οἰκογένειές τους καὶ τὴν ἑλληνικὴ γῆ. Γιὰ τὴν περίθαλψη αὐτῶν τῶν κατατρεγμένων ψυχῶν, συστήθηκαν ἱδρύματα -οἱ λεγόμενες «Παιδοπόλεις»- σὲ ἀρκετὲς πόλεις τῆς Ἑλλάδος.

Στὶς 5 Ἰουλίου 1947, ἡ τότε Βασίλισσα Φρειδερίκη μὲ ραδιοφωνικὸ διάγγελμα πρὸς τὸν Ἑλληνικὸ Λαό, ἀνακοίνωσε τὴν ἔναρξη τοῦ ἐράνου:
«Ἕλληνες. Καθημερινῶς ἀπὸ κάθε σημεῖον τῶν Βορείων Ἐπαρχιῶν μας, τοῦ ἐθνικοῦ αὐτοῦ προπυργίου τῆς Ἑλλάδος, καταφθάνουν ἐκκλήσεις βοηθείας… Πληθυσμοὶ ὁλόκληροι ξεκληρίζονται καὶ καταφεύγουν ρακένδυτοι καὶ πειναλέοι εἰς τὰ κέντρα… Παιδιὰ ὀρφανὰ γυρίζουν εἰς τοὺς δρόμους ἀναζητώντας κάποιο στήριγμα. Ὅλους αὐτοὺς χωρὶς καμμίαν διάκρισιν, οἱ λοιποὶ Ἕλληνες ὀφείλομεν νὰ τοὺς βοηθήσωμεν…».

Ἀκολούθησε ἀντίστοιχη ἔκκληση τοῦ τότε Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Δαμασκηνοῦ, ὅπου ἐπαναλαμβανόταν ἡ σημασία τοῦ ἐράνου.

Ἐπισήμως, ὁ ἔρανος ξεκίνησε μὲ Βασιλικὸ Διάταγμα ποὺ δημοσιεύτηκε στὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως στὶς 11 Ἰουλίου 1947. Ἡ πρώτη ἐπιτροπὴ τοῦ ἐράνου, ἀπαρτιζόταν ἀπὸ σημαίνοντες πολιτικούς, οἰκονομικοὺς παράγοντες καὶ ἀκαδημαϊκούς.

Ἔτσι, στὶς 11 Ἰουλίου 1947, ἱδρύθηκε ἡ πρώτη Παιδόπολη, στὸ Ὡραιόκαστρο Θεσσαλονίκης. Λίγες μέρες ἀργότερα, ἀποφασίστηκε ἡ ἵδρυση Παιδοπόλεων στὴν Ἤπειρο, τὴν Θεσσαλία, τὴν Μακεδονία, τὴν Θράκη καὶ τὴν Στερεὰ Ἑλλάδα. Τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1947 ἱδρύθηκαν παιδοπόλεις στὰ Ἰωάννινα, τὴν Λάρισα, τὴν Ἀγριὰ Βόλου καὶ τὴν Καβάλα.

Τὸν Νοέμβριο ἱδρύθηκε ἡ «Ἁγία Ἑλένη» στὴν Κόνιτσα, ἡ ὁποία ὅμως ἐκκενώθηκε μόλις δύο μῆνες ἀργότερα, μετὰ τὴν ἀποτυχημένη προσπάθεια τῶν ἀνταρτῶν νὰ καταλάβουν τὴν Κόνιτσα (Δεκέμβριος τοῦ 1947) καὶ τὰ παιδιὰ μεταφέρθηκαν ἀρχικῶς στὸν «Ἅγιο Ἀλέξανδρο» Ζηροῦ Φιλιππιάδος.

Νὰ σημειώσουμε στὸ σημεῖο αὐτό ὅτι τὸ 2008 ἀπενεμήθῃ τιμητική πλακέτα ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Μητρόπολη Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανῆς καὶ Κονίτσης, στὸν τότε ἐπιστάτη τῆς Παιδουπόλεως Κονίτσης καὶ στρατιώτη, κ. Ἀναστάσιο Πηγαδᾶ, ποὺ μὲ κίνδυνο τῆς ζωῆς του μετέφερε, μὲ τὴν μοτοσυκλέτα του τρόφιμα γιὰ τὰ παιδιά.

Μία ἀκόμη ἀπ᾿ αὐτὲς τὶς Παιδουπόλεις λειτούργησε στὴν Κέρκυρα ὑπὸ τὸν τίτλο «Παιδόπολη Κερκύρας “Ἅγιος Σπυρίδων”» στὸ Ἀχίλλειο. Ἡ Παιδόπολη αὐτὴ δέχθηκε καὶ περιέθαλψε τὰ ἀνταρτόπληκτα παιδιὰ τῶν περιφερειῶν Κονίτσης καὶ Θεσπρωτίας. Σὲ αὐτὴν τὴν Παιδόπολη τὸ 1948 βρέθηκε γιὰ περίπου τέσσερα χρόνια ὁ Δημήτριος Ράγγας μὲ τὸν ἀδελφό του Σταῦρο.

Θὰ πεῖ ἀργότερα ὁ Γερω-Νικόδημος: «Τὴν μνημονεύω τὴν Βασίλισσα, διότι ἐὰν δὲν τὸ ἔκανε αὐτό, θὰ μᾶς ἔπαιρναν οἱ ἀντάρτες καὶ θὰ μᾶς πετοῦσαν μέσα στὰ βάθη τῆς Τσεχοσλοβακίας. Πῶ, πῶ! Μπράβο της! Ὁ Παῦλος καὶ ἡ Βασίλισσα Φρειδερίκη ποὺ ἦταν τότε». Αὐτά ὅλα εἶναι ἱστορικές μνῆμες ἐκείνης τῆς περιόδου, καταγεγραμμένες ἀπό ἀνθρώπους ποὺ βίωσαν τὴν περίοδο αὐτή.

Μετὰ τὴν λήξη τῶν ἐχθροπραξιῶν καὶ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου, πολλὰ παιδιὰ γύρισαν στὶς πατρογονικές τους ἑστίες. Ἔτσι, συναντοῦμε τὸν Δημήτριο Ράγγα κατὰ τὸ σχολικὸ ἔτος τοῦ 1952 νὰ φοιτᾶ στὸ 8/τάξιο Γυμνάσιο Κονίτσης ὅπου φοίτησε μέχρι καὶ τὴν Δ’ τάξη τὸ ἔτος 1957.

Τὸ 1962 ὁ Δημήτριος πῆγε στὴν Γερμανία γιὰ ἀναζήτηση ἐργασίας, ὅπου καὶ παρέμεινε ἕως τὸ 1966, ἀσχολούμενος μὲ τὴν ξυλουργική. Τὰ χρήματα ποὺ ἔβγαλε, τὰ ἔστειλε γιὰ τὴν προίκα τῆς ἀδελφῆς του. Ἔπειτα, ἕνας φίλος του ὁ Ἐπαμεινώνδας, τοῦ πρότεινε νὰ πᾶνε στὴν Αὐστραλία. Ὅμως στὴν Αὐστραλία ὅπως μαρτυρεῖ ὁ ἵδιος «δὲν εἶχε τὰ χρήματα τῆς Γερμανίας. Μᾶς μάζεψαν ὅλους τοὺς Εὐρωπαίους καὶ μᾶς ἔστειλαν σὲ φάρμες. Μέσῳ ἑνός γνωστοῦ μου ἀπό τὴν Κόνιτσα, τοῦ Κώστα Κωνσταντινίδη ὁ ὁποίος εἶχε μεταναστεύσει στὴν Αὐστραλία, πῆγα στὴν Μελβούρνη καὶ δούλεψα ἔξι χρόνια σὲ ἐργοστάσια». Τὸ 1970 ἐπέστρεψε στὴν Κόνιτσα καὶ βάφτισε τὴν ἀνηψιὰ του Μάρθα.

Ὅσο ἦταν στὴν Γερμανία, κάποιος φίλος του τοῦ ἔδωσε νὰ μελετήσει τὸ σύγγραμα τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου «Πνευματικά Γυμνάσματα». Ἐξηγεῖ ὁ Γ. Νικόδημος: «Τὸ εἶδα καὶ μ᾿ ἄρεσε. Ἀλλά ἐπειδή δὲν εἶχα χρόνο στὴν Γερμανία, σημείωσα τὰ στοιχεῖα τοῦ βιβλίου καὶ εἶπα “ἄμα βρῶ χρόνο θὰ τὸ πάρω”. Ἦταν Πατερικές ἐκδόσεις τοῦ Σχοινᾶ ἀπ᾿ τὸν Βόλο. Ὄταν βρέθηκα στὴν Αὐστραλία, στέλνω χρήματα στὸν Σχοινᾶ καὶ ἀγόρασα τὰ βιβλία τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου». Ὁ νεαρός τότε Δημήτρης δὲν χόρταινε τὰ βιβλία.

Ἀφοῦ τὰ διάβασε, εἶπε: «ἐφαρμογή τώρα»! Ἔτσι γεννήθηκε μέσα του ὁ πόθος πρὸς τὸν Μοναχισμό. Μάλιστα, ὅπως ὁ ἴδιος ἀργότερα διαβεβαίωνε, στὸν Ἅγιο Νικόδημο ὄφειλε τὴν κλίση του. Γι᾿ αὐτό, ἀπό ὑπεβολική εὐλάβεια, ζήτησε καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Νικόδημος στὴν Μοναχική του Κουρὰ.

Τὸ 1972 ἀναχώρησε γιὰ τὸ Ἅγιον Ὅρος. Ὁ ἴδιος περιγράφει:

«Τὸ 1972 παίρνω τὸ ἀεροπλάνο ἔρχομαι στὴν Ἑλλάδα μπαίνω στὸ Ἅγιον Ὄρος, σὰν νὰ μπῆκα σὲ ἄλλον πλανήτη! Πῶ πῶ! Τὰ περισσότερα Μοναστήρια τότε ἦταν ἰδιόρρυθμα καὶ οἱ περισσότεροι Μοναχοὶ ἦταν γεροντάκια. Ἀφοῦ πῆρα τὴν ἀπόφαση νὰ γίνω Καλόγερος, χάρηκα ποὺ εἶχα ἕναν πατριώτη στὸ Ἅγιον Ὄρος γιὰ νὰ τοῦ μιλήσω καὶ νὰ πάρω κάποια κατεύθυνση καλύτερη. Πέρασα τὶς πρῶτες ἡμέρες ἀπὸ τὴν Ἱ. Μονὴ Σταυρονικήτα ὅπου ἐκεῖ κοντὰ ἔμενε στὸ Κελλὶ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ὁ Ἅγιος Παΐσιος, δὲν τὸν βρῆκα ὅμως ἐκεῖ γιατί εἶχε πάει στὴν Ἀθήνα καθὼς συνόδευε κάποιον ἄρρωστο Μοναχό. Σὲ διάστημα ἑνός μηνός πέρασα ἀπό ὅλα τὰ Μοναστήρια καὶ ἀπό πολλὰ Κελλιὰ τοῦ Ἁγίου Ὅρους, τὰ γύρισα ὡς προσκυνητής, καὶ ἔφτασα πάλι στὴν Μονὴ Σταυρονικήτα. Συνάντησα ἐκεῖ τὸν Ἅγιο Παΐσιο, “καλῶς τον” μοῦ λέει, “τί κάνεις Δημήτρη”; “Καλὰ” λέω “δόξα τῷ Θεῷ”. “Παντρεύτηκες;” μὲ ρωτάει. “Ὄχι” τοῦ λέω, “σκέφτομαι νὰ γίνω Καλόγερος”, ἤμουν τότε τριάντα πέντε χρονῶν. “Ἄντε”, λέει, “ἀποφάσισε”. “Βρὲ Γέροντα” λέω, “ἐσὺ εἶσαι παλιός, ποῦ νὰ μονάσω;”. “Ὅπου ἀναπαυτεῖς” μοῦ λέει. “Ἄ ὡραία” λέω, “ἐγὼ ἀναπαύομαι ἐδῶ στὴν Σταυρονικητα”, γιατί βρῆκα καὶ νέους, ὁ Ἡγούμενος ἦταν ἕνα χρόνο μεγαλύτερος ἀπὸ μένα, βρῆκα νέους ἀνθρώπους. Τὸ Κελλὶ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ βρίσκεται δεκαπέντε λεπτὰ ἀπὸ τὴν Σταυρονικήτα καὶ κάθε Σαββατοκύριακο ὁ Ἅγιος ἐρχόταν στὸ Μοναστήρι μας, εἰδικὰ σὲ μεγάλες ἀγρυπνίες, τὸν βλέπαμε καὶ τοῦ μιλούσαμε. Κι ἐγὼ σὰν πατριώτης του βέβαια, πήγαινα τακτικὰ καὶ τὸν ἔβλεπα καὶ στὸ Κελλί του.

Ὁπωσδήποτε μᾶς ἔδωσε τὰ πρῶτα φῶτα τοῦ Μοναχισμοῦ, ὅπως τὰ ἤξερε ἀπὸ γνώση στὴν πράξη. Ὅλοι στὸ Μοναστήρι παίρναν κάποια κατεύθυνση ἀπὸ τὸν Ἅγιο, καθότι ἔμπειρος Μοναχὸς σὲ πνευματικὰ θέματα, πράξεως καὶ θεωρίας. Ἡ θεωρία του εἶναι τέτοια λὲς καὶ ἔβγαλε Θεολογικὲς Σχολές! Κι ὅμως, ἐπειδὴ ἦταν ἡ πράξη ζυμωμένη μέσα στὴν θεωρία, ἔδινε κατευθύνσεις καλές. Δόξα τῷ Θεῷ, ἔμεινα στὴν Σταυρονικήτα 16 χρόνια. Καὶ τὸ 1988 ζήτησα ἀπὸ τὸν Ἡγούμενο, τὸν Βασίλειο Γοντικάκη, νὰ πάω σὲ Κελλί».

Κάποια φορᾶ μᾶς διηγήθηκε ὁ Γερω-Νικόδημος «Ἡ Παναγία μὲ ἔφερε στὸ Περιβόλι Της. Εἶναι ὡραία ἐδῶ στὸ Ἅγιον Ὅρος, ἔξω εἶναι ὁ κόσμος ποὺ δυσκολεύει. Ὁ καλὸς ὁ καπετάνιος ὅμως, στὴν φουρτούνα φαίνεται. Ἐδῶ θὰ φανεῖτε κι ἐσεῖς ἀνδρεῖοι. Καὶ ὅταν βγαίνουμε ἔξω ἐμεῖς οἱ Μοναχοί, εἶναι σὰν τὸ ψάρι ποὺ βγαίνει ἔξω ἀπὸ τὴν θάλασσα.

Γι΄ αὐτὸ ἂν καὶ ζητᾶτε τὶς προσευχές μας, κι ἐσεῖς θὰ πρέπει νὰ προσεύχεστε γιὰ ἐμᾶς τοὺς Μοναχούς. Γιατί τὸ κανόνι ὁ διάβολος τὸ στήνει ἐναντίον τῶν ρασοφόρων καὶ εἰδικὰ ἐναντίον τῶν Μοναχῶν, γιὰ νὰ παρουσιάζει σκάνδαλα. Θὰ ζητήσει περισσότερα ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς Μοναχοὺς ὁ Θεός, γιατί ἐσεῖς στὸν κόσμο, ζεῖτε πραγματικὰ σὲ μιὰ κοινωνία θαλασσοταραχῆς».

Ὁ Γέρων Νικόδημος, ἐκάρῃ Μοναχὸς εἰς τὴν Ἱερὰν Μονὴν Σταυρονικήτα στὶς 24/12/1973 καὶ ἔγινε Μεγαλόσχημος Μοναχὸς στὶς 14/04/1975. Ἀναφέρει ὁ ἴδιος σχετικὰ μὲ τὴν Μεγαλοσχημία του. «Εἶδα σὲ ὄνειρό μου ὅτι φοροῦσα καινούργια ράσα. Πάω στὸν Γέροντα Βασίλειο καὶ τοῦ λέω “Γέροντα εἶδα σὲ ὄνειρο ὅτι μοῦ βάλατε καινούργια ράσα, μήπως εἶναι μήνυμα γιὰ νὰ γίνω Μεγαλόσχημος;”. “Θα κάνουμε Σύναξη” εἶπε ὁ Ἡγούμενος “καὶ ὅ,τι ἀποφασίσει ἡ Σύναξη”. “Καί πράγματι, σὲ λίγο καιρὸ ὁρίστηκε ἡ Κουρά μου καὶ ἔγινα Μεγαλόσχημος, δόξα τῷ Θεῷ”.

Περιγράφει ὁ Γερω-Νικόδημος: «Μιὰ μέρα μὲ ρωτάει ὁ Ὅσιος Παΐσιος “Πάτερ Νικόδημε, ἔχεις Σταυρὸ ἐπάνω σου; Φορᾶς;”. “Βεβαίως” λέω, “μοῦ τὸν ἔδωσε ὁ Ἡγούμενος ὅταν μὲ ἔκανε Καλογερο”. “Δώς᾿ τον μου” μοῦ λέει, “νὰ σοῦ βάλω μέσα λίγο Τίμιο Ξύλο”. “Ωωω πάτερ Παΐσιε, ἐκφράζεις μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο τὴν ἀγάπη σου! Εὐχαριστῶ”. Τοῦ δίνω τὸν Σταυρό, ἀνοίγει δύο τρύπες καὶ βάζει μία ἀκίδα ἀπὸ Τίμιο Ξύλο μέσα, τὸ καλύπτει μὲ κερὶ καὶ μοῦ τὸ ἔδωσε».

«Ὡς πατριώτης του πήγαινα νὰ δῶ συχνὰ τὸν Ἅγιο Παΐσιο στὸ Κελλὶ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ποὺ ἀσκήτευε τότε. Πρῶτα μιλούσαμε τὰ πατριωτικά μας καὶ ὕστερά τα πνευματικά. Κάποια φορὰ τὸ 1976 μετὰ τὴν ἀγρυπνία, κατὰ τὶς ἐννιά τὸ πρωὶ, πῆγα νὰ ἐπισκεφτῶ τὸν Ἅγιο. Μόλις ἔφτασα στὸ Κελλὶ του χτυπάω τὸ καμπανάκι, βγαίνει ἔξω καὶ μοῦ λέει “ἔλα πάτερ Νικόδημε, ἔλα… Ὢχ πάτερ Νικόδημε, ὤχ…”. “Τί ἔπαθες πάτερ Παΐσιε;” τὸν ρωτάω. “Έλα θὰ τὰ ποῦμε, ὢχ Πάτερ Νικόδημε…”. Τί εἶχε γίνει; “Ἄσε λέει, ἀπόψε δώδεκα ἡ ὥρα εἶδα τὸν σατανᾶ, ἦταν σὰν νάνος κοντὸς καὶ εἶχε μιὰ τεράστια κεφάλα, ἀπὸ μπακίρι ἦταν τὸ κεφάλι του. Ἀλοίμονο στὸν κόσμο ποὺ θὰ πέσει στὰ χέρια τοῦ σατανᾶ. Καὶ δόξα τῷ Θεῷ ἔκανα προσευχὴ καὶ ἑξαφανίστηκε”. Καὶ πραγματικά, ἡ θέα καὶ οἱ σκέψεις ποὺ τὸν βασάνιζαν ἐπειδὴ τοῦ παρουσιάστηκε ὁ σατανᾶς, τὸν ἔκαναν μὲ ἀναστεναγμὸ νὰ λέει: “Ἀλοίμονο στὸν κόσμο ποὺ θὰ πέσει στὰ χέρια τοῦ σατανᾶ”.

Στὸ Μοναστήρι στὰ «τριήμερα» νηστείας τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, δὲν ἔτρωγε τίποτε, κατέβαινε πρῶτος στὴν Ἀκολουθία καὶ ἐπειδή οἱ ἄλλοι πατέρες δυσκολευόταν νὰ διαβάσουν, τὰ διάβαζε σχεδόν μόνος του μὲ ἐνθουσιασμό, δὲν κουραζόταν.

Ἀνεχώρησεν ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Σταυρονικήτα καὶ πῆγε γιὰ μικρὸ χρονικὸ διάστημα εἰς τὸ Σταυρονικητιανὸ Κελλὶ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ὅπου εἶχε ζήσει καὶ ὁ Ὅσιος Παΐσιος.

Ἔλαβε τελικά τὸ Ὁμόλογον τῆς Σταυρονικητιανῆς Καλύβης τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου στὴν κάτω Καψάλα, πρώην «Καλύβης τοῦ Δένδρου», τὸ 1990. Ἡ Καλύβη ὅταν πῆγε, δὲν εἶχε Ναό. Ὅμως ὁ Γερω-Νικόδημος, ἀγωνίστηκε καὶ ἔκτισε τὸ μικρὸ ναΐσκο πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως. Γιὰ νὰ ἔχει τὰ πρὸς τὸ ζῆν, δούλεψε σκληρὰ καθότι ἦταν ἐργατικός.

Μὲ τὴν κόσα του (μακρυδρέπανο) ἔκοβε σὲ πολλὲς περιοχὲς τοῦ Ἁγίου Ὄρους τὰ χόρτα καὶ καθάριζε τὰ μονοπάτια. Εἶχε ἀναλάβει νὰ διανέμει μὲ τὰ πόδια ὡς Ταχυδρόμος, τὶς ἀποφάσεις τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος στὰ εἴκοσι Μοναστήρια τοῦ Ἁγίου Ὄρους! Ἐπίσης, κάποια περίοδο, ἄναβε τὰ φαναράκια ποὺ φώτιζαν τὰ βράδυα τὶς Καρυές, τὴν πρωτεύουσα τοῦ Ὄρους. Ἦταν μικρὸς τὸ δέμας ἀλλὰ εἶχε νεανικὸ ζῆλο καὶ ἐνθουσιασμό. Ὁ Ἅγιος Παΐσιος εἶχε ἀναφέρει ὅτι «ὁ Θεὸς τοὺς ψηλούς τοὺς κάνει ἤρεμους καὶ ἀγαθούς, ἐνῶ στοὺς μικρόσωμους δίνει νεῦρο καὶ τσαγανό». Πολλὲς φορὲς ὁ Γερω-Νικόδημος φαινόταν λίγο θυμώδης, ὅμως ἀμέσως μὲ τὸ χαρακτηριστικό του ὡραῖο χαμόγελο, διέλυε κάθε ταραχή. Γιατί καὶ οἱ παλιοί εἶχαν τά ἀνθρώπινα. Ἀλλά αὐτά τά ἀνθρώπινα συγκρινόμενα μέ τά δικά μας ἦταν ἀρετή.

Χαρακτηριστικὰ γεγονότα εἶναι τὰ ἑξῆς. Πετοῦσε ἕνα καλοκαίρι μὲ μιὰ ἀεροπορικὴ ἑταιρεία καὶ στὸ ἀεροπλάνο εἶχαν διαφημίσεις σχετικὰ μὲ διακοπές. Ὁ Γερω-Νικόδημος ἔκανε μεγάλο σαματά (διαμαρτυρία), γιὰ νὰ διακόψουν τὶς ἄσεμνες διαφημίσεις ἀπὸ τὶς ὀθόνες τοῦ ἀεροσκάφους. Τελικά, τὸ προσωπικό τοῦ ἀεροπλάνου διέκοψε τὶς διαφημίσεις απὸ τὶς ὀθόνες, καὶ μόνο τότε ὁ Γερω-Νικόδημος σταμάτησε.

Ἄλλη φορᾶ, βρέθηκε στὴν ὁλονύκτια Πανηγυρικὴ ἀγρυπνία τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Στομίου. Βλέποντας τὸν κόσμο ἄσεμνα ντυμένο, ἔβαλε τὶς φωνές: «Πῶς θὰ μπεῖτε ἔτσι στὸν Ναό;».

«Καὶ γιὰ τὸ Στόμιο», ἀναφέρει ὁ Γερω-Νικόδημος, «μοῦ εἶχε διηγηθεῖ ὁ Ὅσιος Παΐσιος ὅτι εἶχε κατεβεῖ σὲ μία σπηλιὰ κάτω ἀπὸ τὸ Μοναστήρι νύχτα. Ὁ πειρασμὸς θὰ τὸν ἔρριχνε στὸν γκρεμό, ἂν δὲν ἔλεγε τὴν εὐχή· ἡ εὐχὴ τὸν ἔσωσε. Εἶχε πάει στὴν σπηλιὰ ποὺ βρισκόταν σὲ ἕνα ἐπικίνδυνο καὶ ἀπότομο μέρος. Ἦταν πολὺ μικρή· μόλις ποὺ χωροῦσε καθιστός.

Εἶχε βάλει μερικὲς πέτρες ἔξω ἀπὸ τὸ ἄνοιγμά της, γιατί κάτω ἦταν γκρεμός. Ὅλη τὴν νύχτα ἔλεγε τὴν εὐχή. Τὰ χαράματα, μέσα στὴν ἡσυχία, ἀκούστηκε ξαφνικὰ ἕνα τρομακτικὸ «κικιρίκου» καὶ ἕνα δυνατὸ χτύπημα φτερῶν ἀκριβῶς δίπλα του. Ξαφνιάστηκε. «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ», φώναξε καὶ πετάχτηκε ἔξω. Λίγο ἔλειψε νὰ πέσει στὸν γκρεμό. Ἀμέσως ὅμως κατάλαβε ὅτι ἦταν ὁ πειρασμὸς καὶ συνέχισε τὴν εὐχή, ἐνῶ τὰ αὐτιὰ του βούιζαν ἀπὸ τὸν θόρυβο».

Ἁγιορείτης Μοναχός μαρτυρεῖ: «Ἔκανα τὴν στρατιωτική μου θητεία στὸ 583 Τάγμα Πεζικοῦ Κονίτσης καὶ συγκεκριμένα στὸ Στρατιωτικό Φυλάκιο Μολυβδοσκεπάστου. Σὲ μία περίπολο ἔξω ἀπό τὸν αὐλόγυρο τῆς Μονῆς Μολυβδοσκεπάστου, κάποιος Μοναχός μᾶς φώναξε γιὰ νὰ πάρουμε τὴν εὐχή ἑνός Ἁγιορείτου Γέροντος ἀγνώστου σὲ ἐμᾶς. Μοῦ ἔκανε μεγάλη ἐντύπωση τὸ χαμόγελό του ποὺ εἶπα μέσα μου “σὲ αὐτούς τοὺς ἀνθρώπους βρίσκεται ἡ πραγματική χαρά” καὶ ἀποφάσισα νὰ γίνω Μοναχός». Ἐπρόκειτο γιὰ τὸν Γερω-Νικόδημο, ποὺ εἶχε ἐπισκεφθεῖ τὴν Ἱ. Μονή Μολυβδοσκεπάστου.

Ἡ ζωή του στὴν Καλύβη τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου ἦταν ἁπλή. Ἔβαζε κῆπο καὶ τὸν ἐπιμελοῦνταν μὲ ἀγάπη. Ἔκοβε τὰ ξύλα τῆς χρονιᾶς. Τουαλέτα δὲν ἔφτιαξε ποτὲ ἐντός τοῦ Κελλιοῦ του ἀλλὰ διατήρησε τὴν παραδοσιακὴ μορφὴ τοῦ «ξερικοῦ μέρους» ἐκτός τῆς Καλύβης. Τρεχούμενο πόσιμο νερὸ δὲν εἶχε.

Μάζευε σὲ μικρὲς δεξαμενὲς τὸ βρόχινο νερὸ γιὰ νὰ πλένει μὲ οἰκονομία ὅ,τι χρειαζόταν. Μάλιστα κάθε φορᾶ ποὺ ἔβρεχε, δόξαζε τὸν Θεὸ ποὺ θὰ εἶχε νερὸ γιὰ τὶς ἀνάγκες του. Πόσιμο νερὸ κουβαλοῦσε στὴν πλάτη ἀπὸ ἕνα πηγάδι ποὺ βρισκόταν ἀρκετὰ μέτρα μακριά ἀπὸ τὸ Κελλί του. Τηροῦσε ὅλες τὶς νηστεῖες, δὲν κατέλυσε ποτὲ του κρέας.

Εἶχε λαχτάρα γιὰ τὶς κοινές Κελλιώτικες ἀγρυπνίες. Γι᾿ αὐτό πήγαινε στὸ Κελλί ποὺ ἑόρταζε ἀπό τὸ μεσημέρι τῆς παραμονῆς, καὶ πολύ νωρίς πρὶν τὴν ἀγρυπνία ἔπιανε τὸ στασίδι του. Μάλιστα, κάποια φορά πρὶν ξεκινήσει ἡ Ἀκολουθία, εἶπε μὲ ἐνθουσιασμό: «Ὄρθιοι, νὰ πολεμήσουμε τὸν πονηρό». Ἀλλά καὶ στὸ Μοναστήρι του στὴν Σταυρονικήτα, τοῦ ἄρεσε νὰ πηγαίνει στὶς πολύωρες ἀγρυπνίες. Χαρακτηριστικό του ἦταν ὅτι μετὰ τὶς ἀγρυπνίες, δὲν ἔτρωγε, ἀλλά ἐπέστρεφε στὸ Κελλί του, χωρίς νὰ παρεβρεθεῖ στὴν Τράπεζα ποὺ συνήθως παρατίθεται μετά τὴν ἀγρυπνία.

Στὰ δογματικὰ θέματα ἦταν ἀκριβὴς καὶ ἀνυποχώρητος. Δὲν συμφωνοῦσε καθόλου μὲ τὸν Οἰκουμενισμὸ καὶ γιὰ αὐτὸν τὸν λόγο πολλὲς φορὲς γινόταν ἔντονα ἐπικριτικός.

Συνέλεγε Πατερικὲς ἀπόψεις τὶς ὁποῖες κατέγραφε σὲ κείμενά του, τὰ ὁποῖα διάβαζε ἤ διένειμε σὲ Πατέρες καὶ προσκυνητές.

Γιὰ τὰ Ἐθνικὰ θέματα πονοῦσε ἡ καρδιά του. Συμμετεῖχε μαζὶ καὶ μὲ ἄλλους Πατέρες, σὲ ὅλα τα μεγάλα Ἐθνικὰ συλλαλητήρια γιὰ τὴν Μακεδονία μας. Στὸ μεγάλο συλλαλητήριο τῶν Ἀθηνῶν γιὰ τὴν Μακεδονία, ὅπου πραγματοποιήθηκε στὶς 20 Ἰανουαρίου 2019, συμμετεῖχε καὶ ὁ Γερω-Νικόδημος. Μάλιστα κάποια στιγμὴ ὅταν τὰ ΜΑΤ ἀναιτίως ἔριχναν χημικὰ στοὺς ἁπλοὺς πολίτες, ἔριξαν κάτω τὸν Γέροντα καὶ τὸν ἔκαναν ἄσπρο ἀπὸ τὶς ρίψεις τῶν χημικῶν. Καὶ ἐνῶ πραγματικὰ κινδύνεψε ἡ ζωή του, ἔλεγε ἀργότερα «ἐὰν χρειαστεῖ καὶ τὴν ζωή μου νὰ δώσω γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία καὶ τὴν Ἑλλάδα».

Στὸν Γερω-Νικόδημο ἄρεσε νὰ διηγεῖται στοὺς νέους Πατέρες, ψυχωφέλιμα περιστατικά ἀπό τό «Γεροντικό», καὶ τὰ περιέγραφε μὲ παραστατικό ὕφος σὰν νὰ τὰ ζοῦσε.

Ἕνας Ἁγιορείτης Γέροντας εἶχε γράψει:

«Μοῦ ἔκανε ἐντύπωσι στά παλιά γεροντάκια, ὅτι δέν ἤθελαν νά ἀλλάξουν τήν διαρρύθμισι τοῦ κελλιοῦ τους. Μία φορά τό ἔστρωναν καί μέχρι νά πεθάνουν παρέμενε τό ἴδιο. Καθάριζαν τό κελλί γιά τήν πανήγυρι, τίναζαν τά στρωσίδια, ἀλλά τά ξαναέβαζαν ὅλα στήν θέσι τους, χωρίς νά ἀλλάξουν κάτι. Αὐτό δέν τούς ἔφερνε περισπασμό. Ποτέ τά παλιά γεροντάκια δέν ἔκαναν κάτι καινούργιο. Ὅσες φορές τά ἐπισκεπτόσουν, σέ γιορτές ἤ καθημερινές, τά πάντα στό κελλί τους ἦταν ἴδια· δέν ἄλλαζε κάτι. Γι’ αὐτό καί ἡ προσοχή μας δέν πήγαινε στά πράγματα τοῦ κελλιοῦ, ἀλλά στόν Γέροντα· τί θά μᾶς πῇ πρός ὠφέλειαν».

Παρόλο τὸ πέρας τῆς ἡλικίας του στὶς ἀκολουθίες γειτονικοῦ Κελλιοῦ, πήγαινε μὲ συνέπεια ἀρκετά λεπτά πρὶν τὴν Ἀκολουθία, ἔχοντας λάβει καλή σειρά ἀπό τὸ Κοινόβιο. Γιατί οἱ καλές συνήθειες ποὺ παίρνει κάποιος ἀπό τὴν ἀρχή τῆς καλογερικῆς του τὸν ἀκολουθοῦν καὶ στὰ τέλη του.

Μετά ἀπό κηδεῖες καὶ τρισάγια εὐχόταν «καὶ στὰ δικά μας Πατέρες».

Ὁ Γερω-Νικόδημος ἐκοιμήθη σὲ ἡλικία 85 ἐτῶν στὶς 28 Νοεμβρίου 2022 (ν.ἡ.) ἔπειτα ἀπὸ ὀλιγοήμερη καὶ αἰφνίδια κατάπτωση τῆς ὑγείας του.

Ὁ Ἅγιος Παΐσιος εἶχε πεῖ προφητικῶς γιὰ τὸν Γερω-Νικόδημο, ὅτι «παρόλο ποὺ ἔχει δυνατὴ κράση, κάποια στιγμὴ θὰ καταπέσει ἀπότομα καὶ θὰ κοιμηθεῖ τόσο σύντομα ποὺ δὲν θὰ τὸ ἀντιληφθεῖτε».

Ἡ Ἐξόδιος ἀκολουθία του τελέστηκε στὸ Ἱερὸν Κουτλουμουσιανὸν Κελλίον Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου καὶ ἡ ταφή του στὴν ἀγαπημένη του Ἱερὰ Καλύβη Ἁγίου Νεκταρίου τῆς Καψάλας, στὸν τάφο ποὺ μὲ τὰ χέρια του εἶχε σκάψει.

Ἡ ἀνθρωπίνη ἀπουσία του εἶναι πλέον ἔντονη ἀπό τὸ Ἁγιορειτικό γίγνεσθαι καὶ ὄχι μόνο.

Ἄς ἔχουμε τὴν εὐχή του.

Πάνω στὸ μνήμα τοῦ Γερω-Νικοδήμου στὴν Καψάλα, τοποθετήθηκε μιὰ μικρή μαρμάρινη πλάκα, μὲ τὴν παρακάτω ἱδιόχειρή του ἐπιγραφή:

Βάσανα, πίκρες, ἀπόλαυση, χρῆμα,
τὰ ᾿δωσα ὅλα καὶ ἀγόρασα τὸ μνῆμα.

Δύο μέτρα μάκρος καὶ βάθος ἕνα,
κι ἄφησα δίπλα μου χῶρο γιὰ σένα.

Θέλεις δὲ θέλεις, θὰ τ᾿ ἀγοράσεις,
ἀργά ἤ γρήγορα, γιὰ νὰ πλαγιάσεις.

Σὲ ξεμολόγο νὰ ᾿χεις φροντίσει,
τὰ ἁμαρτήματα νὰ ᾿χεις ἀφήσει.

Μ᾿ ἄδεια τὰ χέρια θὰ ταξιδέψεις,
Μακάριος θὰ ᾿σαι ἄν θὰ προβλέψεις.

Τώρα ποὺ ζεῖς στὴ μάταιη γῆ,
στεῖλ᾿ τα ἐπάνω μὲ ἐπιταγή.

Συγγνώμη ζητάω, ἄν σ᾿ ἔχω πικράνει,
ἕνα σου δάκρυ ἄν στάζει μοῦ φθάνει!
Ἀμήν.

Καλή συνάντηση στὰ Ἐπουράνια Παλάτια τοῦ Οὐρανοῦ.
Ὁ Θεός νὰ ἐλεήσῃ ὅλους ἡμᾶς. Ἀμήν.

Νικόδημος Μοναχός, Καψαλιώτης

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.