Η πνευματικότητα[1] του αγίου Ιακώβου, εύκολα θα μπορούσε να υποστηρίξει κάποιος, ήταν έκδηλη και ορατή, ήδη, από τα παιδικά του χρόνια. «Σχεδόν δεν έπαιζε καθόλου στο δρόμο, δεν μπορούσε ν᾿ακούει τις κακές λέξεις που λέγανε (τα άλλα παιδιά της ηλικίας του) κι ας μην τις καταλάβαινε. Όμως κάθε δειλινό πήγαινε με τη γιαγιά ή τη μητέρα του κι ανάβανε τα καντήλια. Εκεί τού άρεσε αφάνταστα. Έβρισκε αφορμή να καθυστερήσουνε κι άλλο – κι άλλο στο φτωχό εκκλησάκι. Έβαζε τη γιαγιά του να τού λέει όσα ήξερε για τους αγίους, να τού λέει για τους ιερομονάχους της οικογένειάς τους […] Από τα έξι του το Ιακωβάκι, χωρίς να ξέρει γράμματα, είχε μάθει απ᾿ έξω τα της θείας Λειτουργίας. Όσα λέει ο παπάς και ο ψάλτης την Κυριακή. Τα σιγόψελνε μόνο του, κάνοντας ελάχιστα λάθη. Μα τα’ λεγε με τόση σοβαρότητα και αυστηρότητα, που οι γύρω του σαστίζανε. Ποιος είχε όμως τον καιρό να σκεφθεί σοβαρά τι πρέπει να γίνει με το χαριτωμένο τούτο παιδάκι».[2].

Ιδιαίτερα αναπαυόταν στην προσευχή και, όταν εγκαταβίωσε στο μοναστήρι του Οσίου Δαυίδ, επιδιδόταν σε καθημερινές αγρυπνίες και ασκητικότατες στερήσεις, στοιχείο της καλώς κεκρυμμένης από τον ίδιο, πνευματικότητάς του. Η υπέρμετρη νηστεία, η υπομονή, η αγρυπνία, η άκρα ταπείνωσἠ του τον ανέδειξαν σε πνευματικό φάρο και μύστη των θείων δωρεών του Παναγίου Πνεύματος: « Ο Γέροντας Ιάκωβος εμιμήθη στη ζωή του τον Όσιο Δαυίδ και βάδισε στα ίχνη του. Οι ασκητικοί του αγώνες ήταν εφάμιλλοι των παλαιών οσίων του Γεροντικού και της Ερήμου. Αλλά και οι εναντίον του επιθέσεις, πνευματικές και αισθητές, του Σατανά, οι ποικίλοι πειρασμοί, δοκιμασίες και κακοπάθειές του ήταν ανάλογες μ᾿ αυτές που αντιμετώπισαν πολλοί θεοφόροι Πατέρες. Σε όλα αντέταξε την ακλόνητη πίστη του στο Θεό, ιώβειο υπομονή, άκαμπτη καρτερία και πραότητα, απόλυτη υπακοή και ταπείνωση, αδιάλειπτη προσευχή και άπειρη αγάπη προς όλους. Όσο όμως μεγάλωναν οι δοκιμασίες, οι ασθένειες και τα βάσανά του, τόσο ο Θεός τον χαρίτωνε με σπάνια πνευματικά χαρίσματα, τόσο περισσότερες ήταν οι θεοπτείες που είχε και οι θεοσημείες που με την προσευχή του επιτελούσε αλλά και η ακτινοβολία του».[3]

Στην προσευχή[4], όμως, ο άγιος Ιάκωβος συναντούσε το πλήρωμα και πενταπόσταγμα της κατά χάριν θείας ενώσεως του με τον Κύριο Ιησού Χριστό. Κάθε ζήτημα που αναδυόταν στην Ιερά Μονή, κάθε αίτημα που έφθανε σε αυτόν και τού ζητούσαν να προσευχηθεί, κυρίως, δε, η ακόρεστη επιθυμία και δίψα του να κοινωνεί με τον Κύριο Ιησού Χριστό, ει δυνατόν αδιαλείπτως, έκαμναν την προσευχή του να ενώνει Ουρανό και γη και τον ίδιο να στέκει μετάρσιος μεταξύ του επουρανίου και επιγείου θυσιαστηρίου, της θριαμβευούσης και στρατευομένης Εκκλησίας.

Ο άγιος Ιάκωβος είχε και έτρεφε θείο έρωτα περί της προσευχής. Συχνά συμβούλευε τα πνευματικά του παιδιά, αλλά και κάθε προσκυνητή, ν᾿ αγαπήσουν όσο τίποτε άλλο την προσευχή και ν᾿ αποκτήσουν μια εξόχως και καθάρια ερωτική σχέση μετά του Προσώπου του Απολύτου, τον Κύριο Ιησού Χριστό: «Ὅποιον ἀγαπᾶς αὐτόν σκέπτεσαι. Ἡ ἀγάπη στόν Θεό γεννᾶ τήν προσευχή. Ἄν δέν τόν σκέπτεσαι, δέν θά προσεύχεσαι. Χωρίς ὅμως τήν προσευχή, δέν θά ἔχεις τήν παρέα του, τή συντροφιά του, τήν ἀγάπη του, τή χάρη τοῦ Πανάγιού του Πνεύματος.. Γι’ αυτό η προσευχή εδράζεται στην αληθινή αγάπη, στον «θεῖο καί μυστικό ἔρωτα», ἀκριβῶς γιατί ἀποτελεῖ ἀναφορά καί «περιχώρησις βουλήσεως καί χάρις» συνεργεία του Θεού της Αγάπης και του ανθρώπου».[5]

Συνήθιζε ο άγιος Ιάκωβος να ομιλεί για νηπτικά θέματα, ανάλογα, βέβαια, με το πνευματικό υπόβαθρο του ακροατηρίου και των προσκυνητών. Τότε ήταν που τον έβλεπες να λέγει περί συμφωνίας νου και καρδίας και όλος ήταν λουσμένος στο άκτιστο φως, «πνιγμένος» ως έλεγες ο μακαριστός προηγούμενος της ίδιας Μονής, Αρχιμ. Κύριλλος Γεραντώνης, στη χάρη του Παρακλήτου και Ζωοποιού Πνεύματος.

Σχετικά με αυτή τη θεία ένωση, απόρροια της επελεύσεως του Παρακλήτου, ο μακαριστός άγιος γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ, έξοχα παρατηρεί: «Ἡ θαυμαστή αἴσθησις τῆς ἐλεύσεως τοῦ Θεοῦ ἐντός ἠμῶν συνοδεύεται μεθ’ ὁλοκληρωτικῆς συμφωνίας νοῦ καί καρδίας. Ἡ θεία ἁρμονία τῆς πνευματικῆς ταύτης καταστάσεως εἶναι εὐφροσύνη διά τήν καρδίαν καί φῶς διά τόν νοῦν. Ὅλος ὁ ἄνθρωπος (νοῦς – πνεῦμα, καρδιά, καί σῶμα εἰσέτι) αἰσθάνεται “τήν εἰρήνην τοῦ Θεοῦ, τήν ὑπερέχουσαν πάντα νούν”. Ἡ ψυχή ἀναγνωρίζει ὅτι καί ἡ αγάπη, καί τό φῶς, καί ἡ εἰρήνη καταβαίνουν ἐκ τοῦ Ὑψίστου».[6]

Συνήθιζε ο άγιος Ιάκωβος να αποκρύπτει, ως τονίσαμε ανωτέρω, επιμελώς την πνευματικότητά του. Όσο γνωρίζουμε περί της καθημερινής προσευχητικής αγρυπνίας του οφείλεται διότι ο ίδιος «εμπιστευτικά» μίλησε σε κάποια καλογέρια-πνευματικά του παιδιά, για να τους τονώσει το ασκητικό φρόνημα και την πίστη, και, ως ήταν επόμενο, προς τέρψη και όφελος των ψυχών όλων, έγιναν γνωστά σε πολλούς.

Σε ηλικία 33 χρόνων ζούσε και βίωνε ανείπωτες θεοφάνειες, αλλά και επιθέσεις του διαβόλου. Αναφέρει ο μακαριστός καθηγητής Στυλιανός Παπαδόπουλος, ο και χρηματίσας πνευματικό παιδί του αγίου: «Στο κελάκι του είχε ξυλοκρέβατο, πάνω στο οποίο έβαζε μιά κουρελού. Εκεί όμως δεν κοιμότανε. Διάβασε από παλιά για τη χαμαικοιτία των ασκητών. Τους μιμήθηκε. Κοιμότανε κι αυτός καταγής, εκείνο το λίγο που κοιμότανε. Αποβραδίς το κελάκι φωτιζότανε μ᾿ ένα κερί. Τα πρώτα χρόνια δεν είχε ούτε κεριά ούτε καν ένα καντηλάκι. Άναβε δαδί και μ᾿ αυτό διάβαζε. Το έβαζε μπροστά του, στη μέση του κελιού, φόραγε το πετραχήλι, καθότανε κάτω σταυροπόδι, οκλαδόν, και άρχιζε το διάβασμα. Συνήθως με Παρακλήσεις, της Παναγίας, του οσίου Δαυίδ, του αγίου της ημέρας. Αυτές πάντοτε. Όμως διάβαζε και όσες άλλες μπορούσε. Μετά, το Ψαλτήρι. Το διάβαζε ολόκληρο στη διάρκεια της νύχτας. Έκανε και τις μετάνοιες. Καί τη νύχτα και την ημέρα. Περνούσε πάντα τις χίλιες και τις έφθασε μέχρι τρεις χιλιάδες, ανάλογα με την ημέρα, την εποχή και τους πειρασμούς»[7].

Βέβαια, η πνευματικότητα του οσίου πατρός δεν περιοριζόταν στα προσευχητικά του καθήκοντα, αλλά διανθιζόταν σε κάθε πτυχή της καθημερινής μοναστηριακής βιωτής του. Πολλά, πάρα πολλά είναι τα καθημερινά περιστατικά που έχουν να διηγούνται μοναχοί και απλοί προσκυνητές, που επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές, αυτή την ιδιαιτερότητα του οσίου, που τον έκανε να ξεχωρίζει απ᾿ όλους τους άλλους γύρω του. Και απέναντι σε αυτή την ουράνια και αγγελική πολιτεία του αγίου, ο διάβολος έκανε πλέον πιο αισθητές τις επιθέσεις και εκδήλωνε απροκάλυπτα το μένος του έναντι του πατρός, απόδειξη και αυτή για το πόσο ενοχλούνταν από την πνευματικότητα και αγιότητα του ταπεινού ιερομονάχου.

Ο άγιος γέροντας ήταν βιβλική μορφή, ασκητική, αγγελική, σχεδόν εξαϋλωμένη. Η νηστεία και η προσευχή το μόνιμο και ακόρεστο εντρύφημά του. Και η αγρυπνία στο κελί του, η καθημερινή, ήταν η μοναχική του παλαίστρα, εκεί που διά της χάρης του Παναγίου Πνεύματος αναδείχθηκε πύργος ακαθαίρετος ενάντια των μιαρών δαιμόνων: «Τις νύχτες, με το φως του κεριού, έζησε τις φοβερότερες και γλυκύτερες εμπειρίες που μπορεί να ζήσει άνθρωπος. Οι δαίμονες τον πολεμούσανε με λύσσα. Κάνανε το παν για να τού πάρουνε το νου και την καρδιά από τον Κύριο. Κάποτε τα κατάφερναν. Συχνά μπαίνανε στο κελί και το αναστάτωναν με φωνές, θορύβους και άγριες μορφές. Εκείνος έντρομος, σήκωνς μπροστά του τον ξύλινο Σταυρό και ο Θεός τού παραστεκότανε, αφανίζονταν οι δαίμονες. Μα ο αθλητής είχε την αμοιβή του. Ήτανε νύχτες που, ενώ αγρυπνούσε και παρακαλούσε να τον ελευθερώσει ο Θεός από λογισμούς, να τον γεμίσει αγάπη για το Θεό, ένιωθε μέσα του δροσιστικό γλυκύτατο αεράκι. Τον ηρεμούσε και τού᾿ φερνε ειρήνη απερίγραπτη. Μιά ευχαρίστηση που μπορεί να δώσει μόνο ο Θεός. Ήτανε λίγο από τη μακαριότητα της ουράνιας βασιλείας».[8]

Παραπομπές:

[1] Σχετικά με τον όρο «πνευματικότητα», βλ. Σκουτέρη Κωνσταντίνου, Η έννοια των όρων «Θεολογία», «Θεολογείν», «Θεολόγος» εν τη διδασκαλία των Ελλήνων Πατέρων και εκκλησιαστικών συγγραφέων, μέχρι και των Καππαδόκων, Αθήναι 1972.

[2] Παπαδοπούλου Στυλιανού, Ο μακαριστός Ιάκωβος Τσαλίκης, Ηγούμενος της Ι. Μ. Οσίου Δαυίδ του Γέροντος, Αθήνα 1995, σελ. 34-35. Και συμπληρώνει ο μακαριστός καθηγητής Στυλιανός Παπαδόπουλος: «Όλα τα παιδάκια πήγαιναν σχολείο μιά φορά την ημέρα. Το Ιακωβάκι πήγαινε δύο. Το αγαπούσε πολύ, γιατί το σχολείο του στα πρώτα χρόνια ήτανε κι Εκκλησία, της αγίας Παρασκευής. Αργά το απόγευμα πήγαινε κι άναβε τα καντήλια. Πήγαινε μόνο του το παιδί και τού άρεσε να μένει μέχρι το νύχτωμα. Προσευχότανε όσο ήξερε και όσο μπορούσε. Έπειτα έπαιρνε τον κατήφορο για το σπίτι, αφήνοντας το δάσος με τα πεύκα. Έν᾿ απόγευμα όμως, θά᾿ τανε τότε οκτώ-εννέα ετών, εκεί που προσευχότανε τού εμφανίστηκε ολοζώντανη η αγία Παρασκευή ως μοναχή, όπως ήτανε στην εικόνα. Το παιδί τρόμαξε, τό᾿ βαλε στα πόδια κι έφτασε λαχανιασμένο στο σπίτι. Ούτε γύρισε να κοιτάξει πίσω από το φόβο του. Ξαναπήγε άλλη μέρα ν᾿ ανάψει τα καντήλια και τού εμφανίστηκε πάλι. Και πάλι τρόμαξε. Έφυγε τρέχοντας τον κατήφορο, μα η Αγία βγήκε από το ναό, μίλησε γλυκά και καθησύχασε το παιδάκι. Αυτό, τώρα, σταμάτησε να τρέχει, γύρισε να δει ποιος του μιλούσε. Η Αγία τού εξήγησε ποια είναι, τού᾿ πε να μη φοβάται, και το Ιακωβάκι ανέβηκε δειλά δειλά προς το εκκλησάκι. Έκατσε κοντά της και την άκουσε προσεκτικά. Η εμφάνιση της αγίας Παρασκευής επαναλήφθηκε πολλές φορές. Το Ιακωβάκι συνήθισε και δε φοβότανε πια. Καθόσανε δίπλα δίπλα και μιλάγανε…τέτοια οικειότητα και αφελή παρρησία ο μικρός. Σε μία από τις πρώτες εμφανίσεις της η Αγία, όταν είχε ξεθαρρέψει ο μικρός, τού είπε: «Τι θέλεις, Ιάκωβέ μου, να σού χαρίσω για τις προσευχές που κάνεις και που περιποιείσαι το σπίτι μου;» Εκείνο δεν ήξερε τι να ζητήσει. Όμως το βράδυ ρώτησε τη μητέρα του, τη Θοδώρα. Εκείνη το συμβούλεψε απλοϊκά: «Να σού πει, να σού δώσει, την τύχη σου». Το άλλο απόγευμα εμφανίστηκε η Αγία και απάντησε στο παιδί: «Άκουσέ με. Θα δεις δόξες και τιμές πολλές, πολύς κόσμος θά᾿ ρχεται να σε δει, πολλά χρήματα θα έρχονται στα χέρια σου, αλλά δε θα μένουν (και πράγματι όλα επαληθελυθηκαν. Τον τίμησαν το γέροντα Ιάκωβο πλούσιοι και φτωχοί, σοφοί και αγράμματοι, άρχοντες και αρχόμενοι, καθηγητές πανεπιστημίου και ανώτατοι δικαστικοί, μοναχοί, ιερείς, επίσκοποι και πατριάρχες, που έφταναν τα τελευταία χρόνια στο μοναστήρι να τον γνωρίσουνε, να εξομολογηθούνε, να ωφεληθούνε, να πάρουνε την ευχή του)», Αυτόθι, σελ. 38-39.

[3] – Όσιος Δαυίδ, ο Γέρων, ο εν Ευβοία, ο θαυματουργός, Λίμνη Ευβοίας 1996, σελ. 10-11.

[4] Γενικά για τη σημασία της προσευχής βλ. σχ., Σαχάρωφ Σωφρονίου, Αρχιμανδρίτου, Περί Προσευχής, Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 1991, Μπλούμ Άντονι, Προσευχή και Αγιότητα, μτφρ. Βασ. Αργυριάδης, εκδ. εν πλώ, Αθήνα 2011, του Ιδίου, Ζωντανή Προσευχή, εκδ. Ετοιμασία, Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου Καρέα, Αθήνα 2011, Ware Καλλίστου, Επισκόπου Διοκλείας, Η δύναμη του ονόματος, η προσευχή του Ιησού στην Ορθόδοξη Πνευματικότητα, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 1983.

[5] Λυκούδη Δημητρίου, Η προσευχή ως επικοινωνιακός τρόπος προσέγγισης του θείου στο χώρο του μεταμοντέρνου κόσμου, Αθήνα 2011, σελ. 11.

[6] Αυτόθι, σελ. 11.

[7] Παπαδοπούλου Στυλιανού, Ο μακαριστός Ιάκωβος Τσαλίκης, Ηγούμενος της Ι. Μ. Οσίου Δαυίδ του Γέροντος, σελ. 73-74, πρβλ., Ένας σύγχρονος Άγιος, Ο Όσιος Ιάκωβος (Τσαλίκης), Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Οσίου Δαυίδ Γέροντος, έκδοση των Πατέρων της Ιεράς Μονής Οσίου Δαυίδ Γέροντος, Λίμνη Ευβοίας 2018.

[8] Παπαδοπούλου Στυλιανού, Ο μακαριστός Ιάκωβος Τσαλίκης, Ηγούμενος της Ι. Μ. Οσίου Δαυίδ του Γέροντος, σελ. 74, πρβλ., Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς, Άνθρωπος και Θεάνθρωπος, Αστήρ, Αθήνα 1970, σελ. 37-38: «Η Προσευχή ως «Θεοῦ ὁμιλία, τῶν ἀοράτων θεωρία, τῶν ἐπιθυμούντων πληροφορία, τῶν Ἀγγέλων ὁμοτιμία, τῶν καλῶν προκοπή, τῶν κακῶν ἀνατροπή, τῶν ἁμαρτανόντων διόρθωσις, τῶν παρόντων ἀπόλαυσις, τῶν μελλόντων ὑπόστασις»[8] είναι αναγκαία εκδήλωση και απόδειξη της σχέσεως του πλάσματος προς τον Δημιουργό του. Οι προϋποθέσεις που την περιστοιχίζουν αποτελούν βακτηρία σωτηρίας για τον ίδιο τον προσευχόμενο, καθώς ως άλλη “οδός” καταδεικνύουν στον άνθρωπο την έννοια της πίστεως, όχι όμως ως υπόθεση πως κάτι ίσως είναι αλήθεια, αλλά ως «βεβαιότητα ότι κάποιος είναι εκεί»[8], ως τελική αποδοχή ότι «ὁ ἔσχατος σκοπός τῆς ἐνανθρωπίσεως τοῦ Λόγου ἔγκειται ἀκριβῶς εἰς τό νά λογοποιήση (χριστοποιήση) καί θεώση τόν ἄνθρωπον εἰς ὅλον τό εἶναι του».

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.