ΚΑΠΟΙΟΣ αναχωρητής, από αμάθεια πιο πολύ, δεν ήθελε νά παραδεχθεί πώς ο άγιος "Άρτος πού μεταλαμβάνουμε εΙναι το Σώμα του Κυρίου.

Οι γέροντες της Σκήτης, όταν το έμαθαν, τον κάλεσαν και τον κατήχησαν με την ορθή διδασκαλία της ‘Εκκλησίας για τα άχραντα Μυστήρια.
Εκείνος όμως επέμενε στην πλάνη του. οι πατέρες τον άφησαν, αλλά προσευχήθηκαν νά τον φωτίσει ο Θεός, ώστε νά καταλάβει την αλήθεια.
Μία Κυριακή ο αναχωρητής συμμετείχε στη θεία λειτουργία από το άγιο βήμα του ναού της Σκήτης.
Τη στιγμή πού ο ιερέας πήρε στα χέρια του το πρόσφορο για νά προσκομίσει, ο πλανεμένος μοναχός είδε κατάπληκτος
ένα βρέφος ξαπλωμένο πάνω στην άγία τράπεζα. Κι όταν άρχισε να διαμελίζει τον Άρτο φάνηκε άγιος άγγελος από το θυσιαστήριο κρατώντας ατό χέρι του ένα μαχαίρι.
Συγχρόνως με τον ιερέα διαμέλισε κι Αυτός το θείο Βρέφος κι έχυσε το Αίμα Του ατό άγιο Ποτήριο. Ο αναχωρητής ταράχθηκε.
Μα ύστερα από λίγο, όταν πήγε νά κοινωνήσει, συνέβη κάτι πιο φοβερό.
Είδε μέσα ατό άγιο Ποτήριο ανθρώπινη σάρκα βαμμένη στο αίμα.
Κλαίγοντας τότε ομολόγησε την πλάνη του και παρακάλεσε τον Κύριο νά σκεπάσει με τη χάρη Του τα θεία Μυστήρια, για νά τολμήσει να κοινωνήσει.
Πραγματικά, μέσα ατό άγιο Ποτήριο είδε πάλι ψωμί και κρασί, από τα όποία μετάλαβε ευχαριστώντας το Θεό.

Ο δύσπιστος μοναχός

ΕΝΑΣ μοναχός πάλευε με λογισμούς αμφιβολίας, για το αν τα τίμια Δώρα είναι πραγματικά Σώμα
και Αίμα Χριστού ή άπλά σύμβολα και τύποι.
Οι άλλοι μοναχοί, όταν ενημερώθηκαν σχετικά, τον κάλεσαν σε μία θεία λειτουργία, στη διάρκεια της όποίας προσεύχονταν όλοι θερμά νά του δείξει ο Θεός με θαύμα την αλήθεια, για νά διώξει τούς λογισμούς της απιστίας.
Μετά την απόλυση, ο αδελφός Αυτός διηγήθηκε στους άλλους τα έξης:
«Όταν ο διάκονος ανέβηκε στον άμβωνα για νά διαβάσει το Ευαγγέλιο, είδα ν’ ανοίγει ή στέγη της εκκλησίας.
Μετά την ευχή της προσκομιδής, είδα να σχίζονται οι ουρανοί και νά κατεβαίνει φωτιά πάνω στα τίμια Δώρα.
‘Ύστερα παρουσιάστηκε πλήθος αγγέλων κι ανάμεσά τους ένα Παιδί.
Μαζί τους κατέβηκαν άλλα δύο πρόσωπα με ομορφιά απερίγραπτη.
Κατόπι ν οι άγγελοι στάθηκαν κυκλικά γύρω από την άγία τράπεζα, ενώ το Βρέφος ενθρονίστηκε πάνω α’ αυτήν.
Όταν πλησίασαν οι ιερείς για νά τεμαχίσουν τον άρτο της προθέσεως, είδα εκείνα τα δύο πρόσωπα νά πιάνουν το Παιδί από τα χέρια και τα πόδια, και μ’ ένα μαχαίρι νά το σφάζουν, χύνοντας το αίμα Του ατό άγιο Ποτήριο.
Στη συνέχεια έκοψαν το Σώμα του σε μικρές μερίδες, πού τις τοποθέτησαν πάνω στά τεμάχια των άρτων.
Αμέσως τότε οι άρτοι μεταβλήθηκαν κι αυτοί σε σάρκα.
“Στο «Μετά φόβου…», στους αδελφούς πού πλησίαζαν, προσφέρονταν κομμάτια από σάρκα. Μόλις όμως έλεγαν «αμήν», γινόταν άρτος στα χέρια τους.
όταν πλησίασα κι εγώ, μου δόθηκε σάρκα και δεν μπορούσα νά μεταλάβω.
Τότε ένιωσα μία φωνή νά ψιθυρίζει στ’ αυτί μου:
Άνθρωπε, γιατί δεν μεταλαμβάνεις; δεν σου προσφέρεται αυτό ακριβώς πού ζήτησες;
Λυπήσου με, Κύριε. δεν μπορώ νά μεταλάβω σάρκα.
Μάθε λοιπόν πώς, αν μπορούσε ο άνθρωπος νά μεταλά6ει καθαρή σάρκα, τότε μέσα στο άγιο ποτήριο θα υπήρχε σάρκα, όπως την είδες εσύ.
Επειδή όμως δεν μπορεί νά μεταλάβει κάτι τέτοιο, όρισε ο Θεός τούς άρτους της προθέσεως.
Αν λοιπόν πίστεψες ότι ο αγιασμένος αυτός” Άρτος είναι το ίδιο το Σώμα του Χριστού, μετάλαβε αυτό πού έχεις στο χέρι σου!
Πιστεύω, Κύριε, απάντησα τότε συντριμμένος.
Αμέσως ή σάρκα πού κρατούσα έγινε πάλι Άρτος. Ευχαρίστησα το Θεό και κοινώνησα.
Αφού τελείωσε ή ιερή μυσταγωγία, είδα ν’ ανοίγει πάλι ή στέγη του ναού και ν` ανεβαίνουν οι Αγγελικές δυνάμεις στον ουρανό.

Ή θεόσαρκη μερίδα

ΔΩΔΕΚΑ μίλια έξω από τη Δαμασκό ασκήτευε ένας στυλίτης.
Κάποτε σκανδαλίστηκε μ’ έναν ιερέα της πόλης, για τον όποίο πληροφορήθηκε πώς έπεφτε σε σαρκική αμαρτία.
σε λίγες μέρες ο ιερέας αυτός έτυχε νά πάει νά λειτουργήσει στο μοναστήρι, όπου βρισκόταν και ο στύλος του ασκητή.
Την ώρα του κοινωνικού, ο στυλίτης κατέβασε σ’ ένα καλάθι το άγιο Ποτήριο πού είχε μαζί του, και μέσα σ’ αυτό του έβαλαν τα άχραντα Μυστήρια.
Όταν όμως ανέβασε πάνω την θεία Κοινωνία, δίσταζε νά μεταλάβει.
Έφερνε στο νου του την κατηγορία πού είχε ακούσει για τον λειτουργό ιερέα, και συλλογιζόταν:
Άραγε, έχει αγιαστεί αυτή ή μερίδα;
Επιφοίτησε σ’ αύτή το άγιο Πνεύμα ή εμπόδισε τον ερχομό Του ή αμαρτία του λειτουργού;
‘Έτσι όπως είμαι σκανδαλισμένος με τον ιερέα, πρέπει νά μεταλάβω ή όχι;”.
Ενώ συλλογιζόταν αυτά, ο Θεός οικονόμησε νά συμβεί κάτι φρικτό, για νά πληροφορηθεί ο
στυλίτης και συνάμα νά στηριχθεί κάθε χριστιανική ψυχή.
Την ώρα πού τεμαχιζόταν το πανάγιο Σώμα, πριν τη μετάληψη του λαού, μία μερίδα κύλησε από το δισκάριο κι έπεσε στην άγία τράπεζα, όπου μεταβλήθηκε σε σάρκα μπροστά ατά μάτια όλων όσων βρίσκονταν εκεί.
Ό λειτουργός, θαμπωμένος, δοκίμασε ν’ ακουμπήσει και νά ψηλαφίσει την άγία μερίδα.
Μόλις όμως την άγγιξε, εκείνη κόλλησε ατό δάχτυλό του σαν ζωντανή, φρεσκοσφαγμένη σάρκα. και καθώς τράβηξε το χέρι του, υψώθηκε και ή άγία μερίδα κολλημένη στο δάχτύλο.
Αμέσως έσταξαν τρεις σταγόνες Αίμα στην άγία τράπεζα, πού πότισαν το πρώτο και δεύτερο κάλυμμα κι έφτασαν μέχρι το μάρμαρο.
‘Όταν πληροφορήθηκε ο στυλίτης το θαυμαστό γεγονός, μετάλαβε με φόβο και τρόμο την άγία μερίδα πού του είχαν στείλει, και ομολόγησε σ’ όλους τη δυσπιστία του.
Ό όσιος Αναστάσιος ο Σιναίτης, πού διηγήθηκε τη θαυμαστή αυτή ιστορία, υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας του θαύματος.
Αξιώθηκε νά δει, νά προσκυνήσει και νά πάρει μαζί του ένα κομμάτι από τη θεόσαρκη μερίδα.
Κάποτε βρέθηκε στα ‘Ιεροσόλυμα, όπου συνάντησε ένα δαιμονισμένο.
με αδίσταχτη πίστη του κρέμασε ατό λαιμό, μέσα σε σακουλάκι, την άγία μερίδα, και σε μερικές μέρες ο ασθενής είχε θεραπευθεί.

Η εμφάνιση της Θεοτόκου

ΖΟΥΣΕ ατή χώρα των . Αλαμανών ένας ιερέας πολύ ενάρετος, ο Πελάγιος, πού έτρεφε ξεχωριστή ευλάβεια στην Υπεραγίας Θεοτόκο.
Ο διάολος όμως τον φθόνησε και τού έσπειρε λογισμό απιστίας για τη θεία Κοινωνία.
“Πώς είναι! δυνατόν”, σκεφτόταν, “νά γίνονται το ψωμί Σώμα; και το κρασί Αίμα Χριστού!” .
Άπ’ τούς λογισμούς αυτούς έπεφτε σε μεγάλη θλίψη, αλλά δεν τολμούσε νά συμβουλευθεί κανέναν άνθρωπο.
Γι’ αυτό πρόστρεξε στην ίδια την Παναγία και την παρακάλεσε νά τον πληροφορήσει σχετικά.
Κάποια μέρα λοιπόν, ενώ λειτουργούσε, όταν έφτασε ατό «’ Εξαιρέτως της Παναγίας αχράντου… », εξαφανίστηκε από το δισκάριο ο άγιος” Άρτος. ‘Ερεύνησε ο Πελάγιος -τριγύρω, αλλά δεν τον βρήκε.
Παναγία μου! Φώναξε τρομαγμένος, γνωρίζω ότι για την ολιγοπιστία και την αμφιβολία μου με σιχάθηκε ο Χριστός κι έφυγε από μπροστά μου για νά μην κοινωνήσω, ο ανάξιος.
Εσύ όμως παρακάλεσέ Τον νά με συγχωρήσει!
Βλέπει τότε μπροστά στην άγία τράπεζα την υπερένδοξη Βασίλισσα με το θείο Βρέφος στην αγκαλιά της νά του λέει:
αυτό το Βρέφος είναι ο Ποιητής της οικουμένης, ο γιος και Λόγος του Θεού’ τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος.
Αυτός πέθανε στο Σταυρό για τη σωτηρία του κόσμου και αναστήθηκε.
Αυτός και τώρα καθημερινά συγκαταβαίνει με θαυμαστό τρόπο στο σχήμα του ψωμιού και του κρασιού, για την πολλή αγάπη Του στους ανθρώπους, και προσφέρεται σ’ αυτούς για τον αγιασμό της ψυχής τους.
Ψηλάφισε Τον λοιπόν κι ερεύνησε άφοβα, για νά διαπιστώσεις ότι πρόκειται για αληθινή θεωρία, ότι είναι σώμα πραγματικό με σάρκα και Αίμα, καθώς τον γέννησα.
‘Έτσι ακριβώς γίνονται ο Άρτος και ο οίνος όταν λειτουργείς.
Επειδή όμως ή ανθρώπινη φύση δεν μπορεί νά φάει σάρκα ωμή και νά πιει Αίμα, γι’ αυτό με πάνσοφο τρόπο ο Παντοδύναμος προσφέρεται με τη μορφή του ψωμιού και του κρασιού, ώστε νά μπορεί ο καθένας νά τον μεταλαμβάνει με λαχτάρα και πόθο. Κοινώνησε λοιπόν κι εσύ με ευλάβεια και πίστη, γιατί οποίος τον παίρνει μέσα του άξια, γίνεται μέτοχος της θείας δόξας Του.
Μ’ αυτά τα λόγια ή Δέσποινα απέθεσε το Βρέφος στην άγία τράπεζα, κι αφού το προσκύνησε ταπεινά, έγινε άφαντη.
Τότε ο ιερέας πήρε με φόβο και χαρά στα χέρια’ του το θείο Βρέφος, το ασπάστηκε ευλαβικά και διαπίστωσε πώς ήταν πράγματι ένα ζωντανό βρέφος με αληθινή σάρκα.
Ύστερα το ακούμπησε στην άγία τράπεζα, έπεσε στη γη και προσευχήθηκε με δάκρυα:
“Πιστεύω, Κύριε, και ομολογώ πώς Εσύ είσαι ο Υιός του Θεού, πού γεννήθηκες από την άειπάρθενη Μαρία.
Σ’ ευχαριστώ για τη χάρη πού αξιώθηκα σήμερα ο ανάξιος, και παρακαλώ νά μου συγχωρέσεις την παλιά μου δυσπιστία. και τώρα αξίωσέ με νά Σε κοινωνήσω όχι σαν βρέφος, άλλά σαν” Άρτο”.
Αφού προσευχήθηκε έτσι με πίστη, σηκώνεται, και βλέπει μπροστά του τον άγιο ” Άρτο όπως και πρίν.
Μετάλαβε με ευφρόσυνη, και συνέχισε σ όλη του τη ζωή νά ιερουργεί τα θεία Μυστήρια με περισσή ευλάβεια

Ή οπτασία του Σαρακηνού

Ο ΑΜΗΡΑΣ της Συρίας έστειλε κάποτε τον ανιψιό του στη Διόσπολη για ορισμένες εργασίες.
Στην πόλη αύτή ο ανιψιός συνάντησε έναν θαυμάσιο ναό του άγίου Γεωργίου.
Αμέσως πρόσταξε τούς υπηρέτες του νά μεταφέρουν τα πράγματά του επάνω στα κατηχούμενα του ναού, όπου εγκαταστάθηκε κι ο ίδιος.
‘Ύστερα είπε να βάλουν μέσα ατό ναό και τις δώδεκα καμήλες του, παρά τις διαμαρτυρίες και τις παρακλήσεις των ιερέων.
Μόλις όμως οι καμήλες μπήκαν στην εκκλησία, έπεσαν ατό έδαφος νεκρές, ενώ ο ανιψιός του αμηρά έμεινε νά θαυμάζει την ακαταμάχητη δύναμη του άγίου Γεωργίου.
Την άλλη μέρα, καθώς ο ιερέας τελούσε τη θεία λειτουργία. Ο Σαρακηνός τον παρακολουθούσε από τα κατηχούμενα.
Τότε ο φιλάνθρωπος Θεός του άνοιξε τα μάτια της ψυχής, και τι βλέπει τον ιερέα νά σφάζει ένα μικρό παιδί και νά χύνει το αίμα του μέσα στο άγιο ποτήριο, ενώ το σώμα του νά το κόβει και νά το τοποθετεί ατό ιερό δισκάριο!
Όταν τελείωσε το κοινωνικό, παρατηρούσε ο Σαρακηνός απορημένος τον ιερέα νά μεταδίδει ατό λαό τις σάρκες και το αίμα του παιδιού.
Μετά τη λειτουργία πήρε ο ιερέας τα καλύτερα πρόσφορα και τα πήγε φιλοδώρημα στο Σαρακηνό. Τι είναι αυτά; ρώτησε εκείνος.
Αυτά, αφέντη μου, είναι ψωμιά πού προσφέρουν οι πιστοί.
Μ’ αυτά λειτουργούμε στην Εκκλησία μας.
Άπ’ αυτά πήρες και λειτούργησες σήμερα; ρώτησε θυμωμένος εκείνος.
Δεν σε είδα εγώ, πού έσφαξες το παιδί κι έδωσες τη σάρκα και το αίμα του ατό λαό;
Νομίζεις πώς όλ’ αυτά Δεν τα έβλεπα, κακούργε και φονιά; .
Ό ιερέας τρόμαξε. Δόξασε το Θεό και είπε:
Πιστεύω, αφέντη μου, πώς ο Θεός σ’ έχει κατατάξει ατή χορεία των σωζόμενων, αφού σε αξίωσε νά δεις τέτοιο φρικτό μυστήριο. Αύτή τη θεωρία ποτέ Δεν αξιώθηκα εγώ νά τη δω, αλλά βλέπω πάντα μπροστά μου ψωμί και κρασί.
Εμείς πιστεύουμε πώς ο άρτος και ο οίνος, πού προσφέρουμε στη λειτουργία μας, εΙναι Σώμα και Αίμα Χριστού, μα τούτο το θαυμάσιο Δεν το βλέπει ο καθένας.
Ακούγοντας την εξήγηση ο Σαρακηνός, θαύμασε και αποφάσισε νά γίνει χριστιανός. Βαπτίστηκε, πήγε στο Σινά, έγινε μοναχός, και αργότερα επισφράγισε με το μαρτύριο την ορθόδοξη πίστη του.

Η «αμαρτία» του γερο-Αυγουστίνου

ΕΝΑΣ ευλογημένος αγιορείτης μοναχός, ο γερο Αυγουστίνος ο Ρώσος (1882-1965), ήταν πολύ ενάρετος, πολύ ταπεινός και πολύ αγωνιστής.
Κάποτε παρουσιάστηκε ο διάβολος μέσα στο κελί του σαν σκύλος φοβερός.
Πετούσε φωτιές από το στόμα και όρμησε πάνω στο γέροντα για νά τον πνίξει, επειδή, όπως του είπε, καιγόταν από τις προσευχές του.
Ο γερο-Αυγουστίνος τον άρπαξε και τον πέταξε στον τοίχο φωνάζοντας:
Κακέ διάβολε, γιατί πολεμάς τα πλάσματα του Θεού;
Ο διάβολος, κατατρομαγμένος απ’ την αναπάντεχη υποδοχή, έγινε άφαντος.
Ύστερα όμως ο αγαθότατος και απλούστατος γέροντας είχε τύψεις, επειδή… χτύπησε το διάβολο !
Περίμενε με αγωνία πότε νά φωτίσει, για νά πάει στον πνευματικό του νά εξομολογηθεί το “αμάρτημα” του.
Πραγματικά, μόλις φώτισε πήγε στην Προβάτα (μιάμιση ώρα απόσταση από το κελί του), όπου ήταν ο πνευματικός του, και εξομολογήθηκε.
Ό πνευματικός μου όμως ήταν πολύ συγκαταβατικός”, διηγιόταν αργότερα ο γέροντας, “και δεν μου έβαλε κανένα κανόνα, αλλά μου είπε νά κοινωνήσω.
Εγώ, από τη χαρά μου, όλη τη νύχτα έκανα κομποσχοίνι, και μετά πήγα στη θεία λειτουργία και κοινώνησα.
Όταν ο παπάς έβαζε την άγία λαβίδα ατό στόμα μου, είδα την άγία Κοινωνία κομμάτι κρέας και αίμα!
και τη μασούσα για νά την καταπιώ! Παράλληλα ένιωθα και μία μεγάλη αγαλλίαση, πού δεν μπορούσα νά την αντέξω.
Από τα μάτια μου έτρεχαν γλυκά δάκρυα, και το κεφάλι μου φώτιζε σαν λάμπα.
Έφυγα γρήγορα για νά μη με δουν οι πατέρες, και την ευχαριστία για τη θεία μετάληψη τη διάβασα μόνος μου στο κελί μου”.

Μία πειστική απόδειξη

ΣΤΟΝ ιερό ναό του Τιμίου Σταυρού της Λαύρας του άγίου Αλεξάνδρου Νέφσκι, στην Πετρούπολη της Ρωσίας, συνέβη κάποτε το ακόλουθο συγκλονιστικό περιστατικό:
Στη διάρκεια μιας θείας λειτουργίας, ο λειτουργός αρχιερέας Στέφανος, αφού διάβασε την ευχή«Πιστεύω, Κύριε, και ομολογώ…» σήκωσε το κάλυμμα του άγίου ποτηριού κι έμεινε σαν αποσβολωμένος.
Είδε μέσα σάρκα και αίμα ανθρώπινα!
Γύρισε τότε στο διάκονο, τον κατοπινό στάρετς Σαμψών(1979), και του είπε: “Βλέπεις, πάτερ”; τι νά έκαναν;…
Ό επίσκοπος αφού τοποθέτησε το άγιο ποτήριο στην άγία τράπεζα, γονάτισε και ικέτεψε τον Κύριο’ νά κάνει έλεος.
Πώς θα μετέδιδε σάρκα ανθρώπινη στους πιστούς; Ποίος θα την έπαιρνε;
Αφού προσευχήθηκε για ένα τέταρτο με υψωμένα τα χέρια, ξανακοίταξε στο άγιο ποτήριο.
Ή σάρκα και το αίμα είχαν γίνει ψωμί και κρασί. ‘Έτσι βγήκε και κοινώνησε τούς πιστούς.
‘Όσοι κληρικοί πληροφορήθηκαν το θαύμα, είπαν ότι το επέτρεψε ο Θεός για νά ενισχυθεί ή πίστη τους.
Ο διάκονος Σαμψών μάλιστα, πού κρατούσε το άγιο ποτήριο, ομολόγησε ότι από το γεγονός αυτό πήρε ξεχωριστή δύναμη και παρηγοριά.
Πίστεψε απόλυτα και αναμφίβολα πώς ή θεία Ευχαριστία είναι αυτό το τίμιο Σώμα και Αίμα του ΣΩΤΗΡΟΣ.
Πείστηκε ο ίδιος, αλλά το διέδωσε και σε άλλους, για νά πάρουν όλοι, όσοι θα το μάθαιναν, δύναμη και χαρά. το σημείο αυτό ήταν ακόμα, όπως είπε, μία αφορμή για ν’ αποκτήσουν περισσότερη ταπείνωση οι κληρικοί και νά συνειδητοποιήσουν την αναξιότητά τους.

Το δεσποτικό Αίμα

ΚΑΤΑ τη διάρκεια της θείας λειτουργίας στο χωριό Ζάρκα της ‘Ιορδανίας, στις 21 ‘Απριλίου1991, μετά τη μεγάλη είσοδο, ο ορθόδοξος ιερέας τοποθέτησε τα τίμια Δώρα στην άγία τράπεζα. Ξαφνικά είδε το δισκάριο γεμάτο αίμα.
‘Από τον άγιο ” Άρτο ξεχυνόταν επίσης αίμα ζεστό. Ό ιερέας έβαλε τις φωνές, και οι πιστοί έτρεξαν στο ιερό νά δουν τι συμβαίνει.
Βλέποντας το θαυμαστό γεγονός, έμειναν άφωνοι. Άλλοι προσπαθούσαν νά μεταλάβουν μερικές σταγόνες ενώ άλλοι νά χρίσουν το σώμα τους.
“Επισκέφθηκα την πόλη”, διηγείται αυτόπτης μάρτυρας, “για νά δω από κοντά το θεϊκό σημείο.
Χιλιάδες κόσμου είχαν κατακλύσει την περιοχή.
Ό ιερέας είχε κατορθώσει νά φυλάξει δύο κομματάκια “Άρτου. Ομολογώ πώς αυτό πού έβλεπα δεν ήταν Άρτος και οίνος.
Ήταν Σώμα και Αίμα ‘Ιησού Χριστού” .

Άξιοι και ανάξιοι

Ο παρήκοος οσιομάρτυρας

ΣΤΙΣ 15 Οκτωβρίου ή εκκλησία μας τιμά τη μνήμη ενός ανώνυμου μάρτυρα μοναχού.
Ο μοναχός αυτός ζούσε σε μία σκήτη της Αιγύπτου, και για αρκετά χρόνια έκανε υπακοή σε γέροντα.
Από φθόνο όμως του μισόκαλου δαίμονα αθέτησε την υπακοή του κι έφυγε από την καθοδήγηση του γέροντα, χωρίς να υπάρχει εύλογη και βλαπτική για την ψυχή του αιτία. Καταφρόνησε μάλιστα και το επιτίμιο, με το όποίο τον κανόνισε ο γέροντάς του.
‘Έφυγε λοιπόν και κατέβηκε στην ‘Αλεξάνδρεια.
Αλλά εκεί τον έπιασε ο ειδωλολάτρης άρχοντας του έβγαλε το μοναχικό σχήμα και τον πίεζε νά θυσιάσει στα είδωλα.
Καθώς όμως με κανένα τρόπο δεν τον έπειθε νά το κάνει, πρόσταξε πρώτα νά τον δείρουν αλύπητα με βούρδουλα, κι έπειτα νά τον αποκεφαλίσουν με ξίφος. ‘Έτσι κι έγινε. Άρπαξαν το μοναχό οι ειδωλολάτρες, του έκοψαν Το κεφάλι και πέταξαν Το σώμα του έξω από την πόλη για νά το φάνε τα σκυλιά.
Μερικοί όμως ευσεβείς χριστιανοί ήρθαν τη νύχτα και Το σήκωσαν.
Το άλειψαν με μύρα, το τύλιξαν με σεντόνια και το έβαλαν μέσα σε λάρνακα.
Ύστερα το τοποθέτησαν στο άγιο βήμα ενός ναού της πολιτείας για νά τιμάται σαν μαρτυρικό λείψανο.
Κάθε φορά όμως πού γινόταν θεία λειτουργία και ο διάκονος εκφωνούσε
Το «” Όσοι κατηχούμενοι προέλθετε, οι κατηχούμενοι προέλθετε», έβλεπαν όλοι τη λάρνακα νά βγαίνει μόνη της έξω από Το ιερό!
Χωρίς νά την αγγίζει ανθρώπινο χέρι, έφτανε μέχρι το νάρθηκα της εκκλησίας κι έμενε εκεί μέχρι την απόλυση. ‘
Έπειτα γυρνούσε πάλι μόνη της πίσω στο ιερό!
Όλοι έμεναν εκστατικοί μ’ αυτό πού γινόταν. Το πληροφορήθηκε κι ένας από τούς διακριτικούς πατέρες, και παρακάλεσε Το Θεό νά του δώσει εξήγηση.
Δεν άργησε νά του φανερωθεί ή αιτία του θαύματος. ‘Άγγελος παρουσιάστηκε μπροστά του και του λέει:
Γιατί θαυμάζεις και απορείς γι’ αυτό πού συμβαίνει; δεν έλαβαν οι απόστολοι του Χριστού, καθώς γνωρίζεις, εξουσία «του δεσμείν και λύειν»;
Κι από κείνους πάλι οι διάδοχοί τους, κ.ο.κ.;
Αυτόν λοιπόν τον αδελφό, πού αξιώθηκε νά χύσει Το αίμα του για Το Χριστό και όμως δεν του επιτρέπεται νά βρίσκεται μέσα στο ιερό βήμα όσο τελείται ή αναίμακτη θυσία, μάθε πώς άγγελος τον διώχνει μέχρι Το νάρθηκα. Γιατί, ενώ ήταν υποτακτικός του τάδε συνασκητή σου, αθέτησε την υπακοή. Κι όταν ο γέροντάς του εύλογα τον επιτίμησε με κανόνα, εκείνος τον άφησε κι έφυγε δεμένος με το επιτίμιο. και, σαν μάρτυρας μεν, έλαβε Το μαρτυρικό στεφάνι. σαν δεμένος όμως με επιτίμιο από το γέροντά του, δεν μπορεί νά βρίσκεται μέσα στο ιερό, όταν τελείται ή θεία λειτουργία.
Έκτός κι αν του λύσει τον κανόνα ο γέροντας πού τον έδεσε. σαν τα ‘μαθε αυτά ο άγιος εκείνος ασκητής, πήρε Το ραβδί του, πήγε στο γέροντα του μάρτυρα και του διηγήθηκε τα πάντα. ‘Έπειτα τον πήρε και κατέβηκαν μαζί στην ‘Αλεξάνδρεια.
Πήγαν στο ναό, όπου βρισκόταν το μαρτυρικό λείψανο.
Άνοιξαν τη θήκη, πού περιείχε Το σώμα του μάρτυρα, και του έδωσαν κι οι δύο τη συγχώρηση. Έπειτα, αφού τον ασπάστηκαν, στάθηκαν και προσευχήθηκαν δοξολογώντας Το Θεό.
Από τότε, όταν γινόταν θεία λειτουργία, παρέμενε ο μάρτυρας μοναχός ασάλευτος στη θέση του μέσα στο άγιο βήμα.

«Αξίως προσέλθετε»

ΤΟΝ 4ο αιώνα στις ερήμους της Θηβαϊδος και της Νιτρίας ζούσαν περίφημοι και πνευματοφόροι ασκητές.
Ένας απ’ αυτούς ήταν και ο πρεσβύτερος Ευλόγιος. Αυτός, όταν λειτουργούσε, έπαιρνε τόση χάρη γνώσεως, ώστε καταλάβαινε την ψυχική κατάσταση κάθε μοναχού, πού πλησίαζε για νά μεταλάβει, και ανάλογα τον συμβούλευε:
Πώς τόλμησες νά προσέλθει ς στα άγια Μυστήρια έχοντας τη διάνοια μολυσμένη; Εσύ αυτή τη νύχτα είχες λογισμούς πορνείας”.
Εσύ πάλι”, έλεγε σε κάποιον άλλο, “σκεφτόσουνα πώς δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στον αμαρτωλό και στο δίκαιο, όταν προσέρχεται στη θεία χάρη”.
Κι εσύ”, παρατηρούσε έναν τρίτο, “αμφέβαλλες αν θα σε αγιάσει ή θεία Κοινωνία”.
Απομακρυνθείτε λοιπόν από τα άγια Μυστήρια και μετανοήστε ολόψυχα, για νά συγχωρηθούν οι αμαρτίες σας και νά γίνετε άξιοι της Κοινωνίας τού Χριστού. “Αν δεν καθαρίσετε τις ψυχές σας, δεν μπορείτε νά πλησιάσετε τη χάρη τού Θεού”.
Ένας άλλος πρεσβύτερος, ο Πιαμμωνάς, πού κατοικούσε κοντά στη Διολκόπολη, πολύ ταπεινός και ενάρετος, έβλεπε συνεχώς οπτασίες.
Μία μέρα, ενώ πρόσφερε Την αναίμακτη θυσία, είδε έναν άγγελο νά στέκεται στα δεξιά τού άγίου θυσιαστηρίου και νά γράφει σε βιβλίο τα ονόματα των αδελφών πού πλησίαζαν για νά μεταλάβουν.
Είδε επίσης τον άγγελο νά σβήνει τα ονόματα μερικών μοναχών πού δεν είχαν έρθει στη σύναξη. Αυτοί μετά από δεκατρείς μέρες πέθαναν!
Τον Πιαμμώνα τον βασάνισαν πολύ οι δαίμονες και τον κατάντησαν τόσο αδύναμο, πού δεν μπορούσε νά σταθεί και νά λειτουργήσει.
Κάποτε όμως τον πλησίασε άγιος άγγελος, τον έπιασε απ’ Το χέρι, τον δυνάμωσε και τον οδήγησε πάλι υγιή μπροστά στο ιερό θυσιαστήριο.

Το πάθημα του διακόνου

ΚΑΘΕ φορά πού ο άγιος Επιφάνιος, αρχιεπίσκοπος Κωνσταντίας της Κύπρου (4ος αΙ-).
πρόσφερε την αναίμακτη θυσία και έλεγε το «ποίησον τον μεν αρτον τούτον… », αν δεν έβλεπε κάποια οπτασία, δεν ολοκλήρωνε τη θεία λειτουργία.
Τι είδους οπτασία ήταν άραγε αυτή;
Πιθανόν νά ήταν ή κίνηση του ξύλινου περιστεριού, πού κρεμόταν πάνω από Την άγία τράπεζα στους ναούς της εποχής εκείνης.
‘Ίσως πάλι νά ήταν κάποια άρρητη ενέργεια Τι εμφάνιση του Άγίου Πνεύματος Την ώρα του καθαγιασμού, πράγμα πού συνέβαινε και σε άλλους άξιους λειτουργούς.
Σε μία λειτουργία του ο άγιος Έπιφάνιος επανέλαβε τρεις φορές την ευχή του καθαγιασμού, αλλά δεν είδε την οπτασία.
Κι ενώ παρακαλούσε με δάκρυα Το Θεό νά του φανερώσει την αιτία, έριξε μία μάτια στο διάκονο, που στεκόταν αριστερά του κρατώντας
το ριπίδιο, και παρατήρησε πώς είχε στο μέτωπο λέπρα.
Κατάλαβε αμέσως πώς εκείνος ήταν ή αιτία.
Πήρε λοιπόν από τα χέρια του Το ριπίδιο και του είπε με πραότητα:
Πήγαινε, παιδί μου, στο σπίτι σου και μη μεταλάβεις σήμερα.
‘Ύστερα επανέλαβε την ευχή, κι αμέσως είδε την οπτασία
Μετά Την απόλυση κάλεσε το διάκονο, για νά τον εξετάσει και νά πληροφορηθεί
Την πνευματική του κατάσταση. εκείνος τότε ομολόγησε, πώς την προηγούμενη νύχτα είχε συνευρεθεί με τη γυναίκα του.
με την αφορμή αυτή ο άγιος κάλεσε όλους τούς κληρικούς και τούς νουθέτησε:
‘Όσοι, παιδιά μου, αξιωθήκατε νά λάβετε το χάρισμα της ιεροσύνης, πρέπει νά φυλάτε τον εαυτό σας καθαρό από κάθε μολυσμο «σαρκός και πνεύματος», για νά τελείτε άξια τα θεία Μυστήρια.

Η καθαρτική θεία δύναμη

Ο ΑΒΒΑΣ Μάρκος ο Αιγύπτιος παρέμενε για τριάντα χρόνια έγκλειστος, χωρίς νά βγαίνει καθόλου από το κελί του. για χάρη του, ο πρεσβύτερος της Σκήτης πήγαινε έκεί και τελούσε τη θεία λειτουργία. .
Ο διάβολος, ενοχλημένος από την υπομονή και την αρετή του όσίου, θέλησε νά τον πειράξει. του έστειλε λοιπόν κάποιον δαιμονισμένο, πού του είπε:
Αββά, ο πρεσβύτερός σου βρωμάει από την αμαρτία. Γι’ αυτό μην τον ξαναβάλεις στο κελί σου.
Όλοι, απάντησε ο όσιος, αφήνουν απ’ έξω την ακαθαρσία. Εσύ μόνο Την έφερες μέσα.
μην ξεχνάς τι λέει ή Γραφή: «Μ ή κρίνετε ίνα μη κριθείτε». Κι αν είναι ο πρεσβύτερός μου αμαρτωλός, ο Θεός θα τον σώσει.
Όταν ήρθε πάλι ο ιερέας, ο αββάς τον υποδέχθηκε με μεγάλη χαρά.
Και ο Θεός, βλέποντας την ακακία του γέροντα, του έδειξε αποκαλυπτικό σημείο:
Ενώ ο ιερέας ετοιμαζόταν νά σταθεί μπροστά στην άγία τράπεζα για νά τελέσει τη θεία μυσταγωγία, άγγελος Κυρίου κατέβηκε κι έβαλε το χέρι του πάνω στο κεφάλι του από τη στιγμή εκείνη ο ιερέας έγινε σαν πύρινος στύλος.
‘Έκπληκτος ο όσιος από το όραμα, άκουσε μία φωνή νά του λέει:
“Γιατί θαυμάζεις, άνθρωπε; “Αν ένας επίγειος βασιλιάς δεν αφήνει νά εμφανίζονται ρυπαροί μπροστά του οι μεγιστάνες του, πολύ περισσότερο ή θεία δύναμη δεν θα καθαρίσει από κάθε ρύπο τούς λειτουργούς των άγίων μυστηρίων, όταν στέκονται μπροστά στο Βασιλιά της δόξας;”

Ό λειτουργός, αγωγός της χάριτος

ΣΧΕΤΙΚΟ περιστατικό είναι και το ακόλουθο:
‘Ένας πρεσβύτερος επισκεπτόταν κάποιον έγκλειστο αναχωρητή στο ασκητήριό του και τελούσε εκεί τη θεία λειτουργία.
Κάποτε όμως ένας επισκέπτης συκοφάντησε τον πρεσβύτερο στον ασκητή μ’ ένα σωρό κατηγορίες.
Ό ασκητής επηρεάστηκε κι ένιωσε αντιπάθεια για τον πρεσβύτερο. ‘Όταν λοιπόν ήρθε νά λειτουργήσει, δεν του άνοιξε.
Αμέσως τότε ακούει ο αναχωρητής μία φωνή να του λέει: ‘οι άνθρωποι μου αφήρεσαν Το δικαίωμα της κρίσεως.
Συγχρόνως ήρθε σε έκσταση και είδε το έξης όραμα:
Ένας λεπρός στεκόταν πάνω από ένα χρυσό πηγάδι και αντλούσε μ’ ένα χρυσό κουβά πεντακάθαρο νερό. ‘Ο αναχωρητής, αν και διψούσε, δίσταζε να πιει, επειδή το αντλούσε ο λεπρός.
Ακούει τότε μία δεύτερη φωνή νά του λέει: “Γιατί δεν πίνεις; δεν βλέπεις Τι δοχείο χρησιμοποιεί ο λεπρός; ” Άλλωστε ο ίδιος Το αντλεί μόνο κι ύστερα Το αδειάζει” .’Όταν ο ασκητής συνήλθε, κατάλαβε τη σημασία του οράματος, κι αφού κάλεσε τον πρεσβύτερο, τον παρακάλεσε νά τελέσει τη θεία λειτουργία όπως πάντα.

Φωτεινά και κατάμαυρα πρόσωπα

ΣΧΕΤΙΚΑ με την προετοιμασία για την προσέλευση ατό μυστήριο της θείας ευχαριστίας διαβάζουμε στο Γεροντικό το έξης:
‘Ένας άγιος επίσκοπος, όταν έβγαινε στην ωραία πύλη για νά κοινωνήσει το λαό, έβλεπε νά πλησιάζουν μερικοί με κατάμαυρο πρόσωπο ή με εξογκωμένα μάτια. Αυτοί, μόλις έπαιρναν τα άχραντα Μυστήρια, καίγονταν.
Άλλοι όμως πλησίαζαν με ολόλευκα φορέματα και φωτεινό πρόσωπο, κι έπαιρναν Το Σώμα του Κυρίου με προσοχή κι ευλάβεια.
Αυτούς ή θεία Κοινωνία τούς λάμπρυνε περισσότερο.
‘0 επίσκοπος παρακάλεσε Το Θεό νά του εξηγήσει αυτό Το μυστήριο. Τότε άγγελος Κυρίου παρουσιάστηκε και του είπε:
Όσοι κοινωνούν με λαμπρό πρόσωπο και λευκή στολή, είναι αγνοί και καθαροί, δίκαιοι και σπλαχνικοί.
Αυτοί πλησιάζουν με καθαρή συνείδηση, γι’ αυτό τούς επισκιάζει ή θεία χάρη.
Αντίθετα, όσοι φαίνονται κατάμαυροι, είναι βυθισμένοι ατή λάσπη των σαρκικών επιθυμιών.
Όσοι έχουν ερεθισμένα κι εξογκωμένα μάτια, είναι πονηροί και άδικοι, φθονεροί και άπληστοι.
Αυτοί όχι μόνο δεν ωφελούνται από τη θεία Κοινωνία, αλλά καταδικάζονται, γιατί τολμούν νά πλησιάσουν με ένοχη συνείδηση, χωρίς μετάνοια και προετοιμασία.
Από τότε ο ενάρετος επίσκοπος κήρυξε μετάνοια στο ποίμνιό του κι εμπόδιζε τούς ανάξιους από τη θεία Κοινωνία.

«Μη παίζετε εν ου, παικτοίς»

ΜΙΑ χαρακτηριστική περίπτωση θεϊκής τιμωρίας σε ανάξιο ιερέα μάς διηγείται ο Παλλάδιος στο Λαυσαϊκό:
Επισκέφθηκα κάποτε τον άγιο Μακάριο τον Αλεξανδρινό. ‘Έξω από Το κελί του βρήκα νά κείτεται ο πρεσβύτερος ενός χωριού.
Το κεφάλι του ήταν όλο φαγωμένο από τον καρκίνο.
Φαινόταν ακόμα και το κόκαλο της κορυφής. Είχε έρθει στον όσιο για νά τον θεραπεύσει, μα εκείνος δεν ήθελε να τον δει.
τον πλησιάζω τότε και του λέω:
Σε παρακαλώ, λυπήσου αυτόν τον άνθρωπο και δώσε του κάποιον απάντηση.
Είναι ανάξιος νά γιατρευτεί, μου απαντά ο αββάς. Τού έχει στείλει ο Θεός τιμωρία, επειδή, ενώ πόρνευε, λειτουργούσε.
Αν όμως επιθυμείς νά γιατρευτεί, πείσε τον ν’ απέχει από τη θεία λειτουργία. Τότε ο Θεός θα τον ελεήσει.
Πλησίασα αμέσως τον άρρωστο ιερέα, μίλησα μαζί του κι εκείνος μου υποσχέθηκε με όρκο που θα έπαυε να ιερουργεί.
Τότε τον δέχτηκε ο όσιος και του είπε
Πιστεύεις ότι υπάρχει Θεός; Πιστεύω. Μήπως κατάφερες νά παίξεις μαζί Του; Όχι. Αν λοιπόν αναγνωρίζεις την αμαρτία σου
και την τιμωρία πού σου έδωσε γι’ αυτήν ο Θεός, φρόντισε νά διορθωθείς.
Αμέσως ο ένοχος εξομολογήθηκε την αμαρτία του και υποσχέθηκε πώς δεν θα την ξανάκανε ούτε. Θα λειτουργούσε πια, αλλά θα επέστρεφε στην τάξη των λαϊκών.
Τότε ο όσιος ακούμπησε πάνω του Το χέρι, τον θεράπευσε και τον άφησε νά φύγει για την πατρίδα του”.

Ό αετός

ΟΤΑΝ στη Σκήτη τελούσαν τη θεία ευχαριστία, το άγιο Πνεύμα κατέ6αινε σαν αετός πάνω στην προσφορά, αλλά κανείς άλλος δεν το έβλεπε έκτός από τούς κληρικούς. μία μέρα ένας μοναχός ζήτησε κάποια εξυπηρέτηση από τον διάκονο, μα εκείνος του μίλησε απότομα:
Δεν ευκαιρώ τώρα, πήγαινε!
‘Όταν λοιπόν την επόμενη φορά λειτουργούσαν, δεν είδε κανείς από τούς κληρικούς νά κατεβαίνει ο αετός ατή συνηθισμένη του ώρα. Τότε ο πρεσβύτερος απευθύνεται στον διάκονο και του λέει:
Τι συμβαίνει; Γιατί ο αετός δεν εμφανίστηκε σήμερα; για νά συμβεί αυτό, η εγώ είμαι ο φταίχτης η εσύ.
Κάθισε λίγο στην άκρη, κι αν κατεβεί τώρα πού θα λείπεις εσύ από το θυσιαστήριο, σημαίνει πώς εσύ είσαι ο φταίχτης αλλιώς θα είμαι εγώ.
Μόλις απομακρύνθηκε ο διάκονος, αμέσως Φτερούγισε ο αετός πάνω από την άγία τράπεζα! Μετά τη θεία λειτουργία ρωτάει ο πρεσβύτερος τον διάκονο:
για πες μου, Τι έκανες; δεν θυμάμαι ν’ αμάρτησα σε κάτι, απάντησε
Εκείνος, εκτός από τούτο: ‘Ένας αδελφός ήρθε και μου ζήτησε μία χάρη, κι εγώ του είπα πώς δεν ευκαιρώ. .
Σίγουρα αυτός εΙναι ο λόγος πού δεν κατέβηκε ο αετός, απάντησε ο πρεσβύτερος, επειδή λύπησες τον αδελφό.
‘Έφυγε τότε ο διάκονος και πήγε νά βάλει μετάνοια στον αδελφό και νά ζητήσει συγγνώμη.

Οι δύο χήρες

ΕΝΑΣ επίσκοπος πληροφορήθηκε για δύο χριστιανές χήρες πώς δεν ζούσαν με σωφροσύνη.
Παρακάλεσε τότε Το Θεό νά τον πληροφορήσει κι ‘Εκείνος για Το θέμα αυτό, ώστε ν’ αποφασίσει ύστερα Τι θα κάνει.
Πραγματικά, ο Θεός χάρισε στο δούλο Του ό,τι του ζήτησε. στη διάρκεια της θείας λειτουργίας, την ώρα πού κοινωνούσαν οι πιστοί, έβλεπε ο επίσκοπος στο πρόσωπο του καθενός τις αμαρτίες πού είχε διαπράξει και τον βασάνιζαν.
Μερικά πρόσωπα φαίνονταν σαν βαμμένα με καπνιά.” Άλλα έμοιαζαν ολότελα καμένα, με μάτια ματωμένα και φλογισμένα.
Προσέρχονταν όμως και χριστιανοί, πού είχαν την όψη λαμπρή και τα ρούχα κατάλευκα.
Όταν κοινωνούσαν οι πρώτοι, τούς έβλεπε νά κυκλώνονται από φλόγες και νά καίγονται. ‘
Αντίθετα, στους άλλους ο Μαργαρίτης πού έπαιρναν γινόταν δυνατό Φως, πού τύλιγε με τη λάμψη του όλο τους το σώμα.
Μετά τούς άνδρες άρχισε ο επίσκοπος νά μεταδίδει τα τίμια Δώρα στις γυναίκες. και σ’ αυτές παρατηρούσε τις ίδιες εικόνες.
Άλλα πρόσωπα φαίνονταν μαύρα, άλλα κατακόκκινα σαν αίμα, άλλα Φλογισμένα κι άλλα κατάλευκα.
Κάποια στιγμή πλησίασαν για νά μεταλάβουν και οι δύο εκείνες κακόφημες χήρες.
Τις βλέπει τότε νά είναι ντυμένες με κατάλευκα φορέματα και νά έχουν πρόσωπα λαμπρά και σεμνά. “Όταν κοινώνησαν τα
άχραντα Μυστήρια, τις είδε νά περιλούζονται μ’ ένα εκθαμβωτικό Φως. ‘
Τελείωσε ή λειτουργία και ο επίσκοπος άρχισε πάλι νά προσεύχεται, ζητώντας από Το Θεό την εξήγηση των αποκαλύψεων Παρουσιάζεται τότε μπροστά του ένας άγιος άγγελος.
Άραγε είναι αληθινά ή ψεύτικα όσα λέει ο κόσμος για τις δύο εκείνες γυναίκες; τον ρωτάει ο επίσκοπος.
Ναι, ειναι ο αληθινά.
Γιατί όμως όταν κοινωνούσαν είχαν τα πρόσωπα λαμπρά, φορούσαν κατάλευκα φορέματα και αστραποβολούσαν μέσα σ’ εκθαμβωτικό φως;
αυτό συνέβη γιατί οι γυναίκες συναισθάνθηκαν την αμαρτωλή ζωή τους, μετανόησαν με
δάκρυα, στεναγμούς, ελεημοσύνη και εξομολόγηση και υποσχέθηκαν νά μην ξαναπέσουν στις ίδιες αμαρτίες.
‘Έτσι ο Θεός τις συγχώρησε, κι από τότε ζουν με σωφροσύνη και ευσέβεια.

Οι κακότροπες ασκήτριες

ΣΤΑ μέσα του 6ου αιώνα ασκήτευαν στα περίχωρα της Ρώμης δύο παρθένες.
Προέρχονταν από αρχοντική οικογένεια και έμεναν κοντά στο μοναστήρι του όσίου Βενεδίκτου.
Κάποιος ευσεβής χριστιανός φρόντιζε νά τις προμηθεύει ό,τι είχαν ανάγκη.
Αυτές όμως, με την έπαρση της αριστοκρατικής τους καταγωγής, καθημερινά ειρωνεύονταν, έβριζαν και πρόσβαλλαν τον καλό εκείνον άνθρωπο.
Κάποτε πια δεν άντεξε άλλο τη συμπεριφορά τους, πού είχε γίνει πραγματικά αφόρητη, και πήγε
να παραπονεθεί στον όσιο Βενέδικτο.
Μετά απ’ αυτό ο όσιος κάλεσε τις δύο κόρες και τις μάλωσε αυστηρά:
Νά διορθωθείτε και νά περιορίσετε τη γλώσσα σας, γιατί αλλιώς δεν θα σας μεταλάβω.
Μα εκείνες δεν άλλαξαν καθόλου. και δυστυχώς, μετά από λίγο καιρό πέθαναν και οι δύο.
Τις έθαψαν μέσα στην εκκλησία, όπως συνηθιζόταν τότε. .
Από τη μέρα της ταφής τους όμως άρχισε νά γίνεται κάτι φοβερό: σε κάθε θεία λειτουργία, τη στιγμή πού ο διάκονος καλούσε όσους δεν θα κοινωνούσαν νά βγουν από το ναό, μία ευσεβής γυναίκα- είχε υπηρετήσει σαν παραμάνα τους και έφερνε πάντα προσφορές για τις ψυχές τους – έβλεπε τις δύο παρθένες νά σηκώνονται από τούς τάφους τους και νά βγαίνουν έξω!
‘Όταν αυτό έγινε αρκετές φορές, τρέχει με κλάματα ή γυναίκα στον όσιο Βενέδικτο, πέφτει ατά πόδια του και του φανερώνει την τρομακτική οπτασία. . Αμέσως ο όσιος της δίνει μία προσφορά και της λέει:
Πήγαινέ την στον ιερέα και παρακάλεσέ τον νά λειτουργήσει για την ανάπαυση των ψυχών τους. ‘Έτσι θα λυθούν από Το επιτίμιο της ακοινωνησίας.
και πραγματικά, αυτό έγινε!
Ό ιερέας τέλεσε για χάρη τους τη θεία λειτουργία με την προσφορά του όσίου Βενεδίκτου, κι από τότε ή γυναίκα δεν τις ξαναείδε νά βγαίνουν από την εκκλησία.

Ή τιμωρία και ή λύτρωση

ΣΤΑ χρόνια τού βυζαντινού αυτοκράτορα Κωνσταντίνου τού νέου πλήθος από Σκύθες με δική του διαταγή ξεκίνησαν για την Ανατολή.
Κάποτε έφτασαν και στην Τραπεζούντα.
‘Ανάμεσά τους ήταν και κάποιος δεμένος με αλυσίδες, γιατί είχε μέσα του ολόκληρη λεγεώνα πονηρών πνευμάτων.
Οι άλλοι Σκύθες τον πρόσεχαν νύχτα-μέρα, από φό60 μήπως οι δαίμονες τον ρίξουν ατή φωτιά και τον κάψουν η τον πνίξουν στο νερό η τον γκρεμίσουν σε κανένα βάραθρο.
Πριν δαιμονιστεί ο Σκύθης αυτός, από νέος ακόμα, έκανε τα θελήματα των δαιμόνων και ζούσε ζωή ακόλαστη.
Κάποτε όμως έκανε και μία φρικτή ασέβεια:
στη Βασιλεύουσα, όπου είχε πάει μαζί με άλλους ομόφυλους του, επισκέφθηκε μίαν εκκλησία.
Έκεί, μολονότι αβάπτιστος και ακάθαρτος, τόλμησε νά πλησιάσει στο άγιο ποτήριο την ώρα της θείας μεταλήψεως και νά κοινωνήσει! την ίδια όμως στιγμή παραδόθηκε στους απάνθρωπους δαίμονες, πού άρχισαν από τότε νά τον βασανίζουν αλύπητα.
Σ’ αυτή λοιπόν την κατάσταση έφτασε στην Τραπεζούντα. οι σύντροφοί του, μαθαίνοντας για τα πολλά θαύματα τού αγίου Ευγενίου, τον έφεραν στο ναό του. Στο μεταξύ ή σατανική λεγεώνα τον έκανε να σπαράζει και ν’ αφρίζει.
Πώς τόλμησες, τον φοβέριζαν τα δαιμόνια, νά μεταλάβεις
Το Χριστό, αφού είσαι δικός μας;
Θα σ’ εξαφανίσουμε με τον πιο σκληρό τρόπο!
Κανένας δεν Θα σε γλιτώσει άπ’ τα χέρια μας!…
‘Ενώ όμως κόμπαζαν και απειλούσαν οι μιαροί δαίμονες, τι κάνει ο γρήγορος βοηθός των ανθρώπων, ο ένδοξος Ευγένιος;
Παρακαλεί τον φιλάνθρωπο Δεσπότη νά σπλαχνιστεί Το πλάσμα Του και νά το απαλλάξει από την τυραννία του σατανά.
Και με τις παρακλήσεις του λυγίζει τον πολυέλεο Κύριο.
Καθώς στεκόταν λοιπόν ο δαιμονισμένος μπροστά στο λείψανο του άγίου, ήρθε σε έκσταση. του φάνηκε πώς είδε Το Χριστό νά κατεβαίνει από τον ουρανό μέσα στην εκκλησία.
‘Εκεί, αφού του θύμισε τις βέβηλες πράξεις, πού από νέος είχε κάνει, άρχισε νά τον ελέγχει αυστηρά.
Μ’ όλες τούτες τις παρανομίες σου, κατέληξε ο Κύριος, με λύπησες πάρα πολύ. δεν είσαι άξιος ελέους. για χάρη όμως του αγαπητού μου Ευγένιου σε λυπήθηκα και Θα σ’ ελεήσω. Και γυρίζοντας στο μάρτυρα, πού στεκόταν δίπλα Του ικετευτικά, συνέχισε:
Γιάτρεψέ τον, Ευγένιε, αφού κατέφυγε στην προστασία σου.
‘Αμέσως ο Ιησούς εξαφανίστηκε. Ό άγιος είπε τότε στον δαιμονισμένο: Αυτό το κακό το έπαθες επειδή κοινώνησες
τα άχραντα Μυστήρια, ενώ ήσουν αβάπτιστος και βουτηγμένος στις αμαρτίες.
Ο Σκύθης συνήλθε από την έκσταση.
Είδε τότε, αισθητά πια, νά βγαίνει φωτιά από τα άγια λείψανα, νά μπαίνει στο στόμα του και νά κατακαίγει – έτσι του φάνηκε – τα σωθικά του.
Όσοι ήταν εκεί κοντά μπόρεσαν νά δουν με τα ίδια τους τα μάτια τη δύναμη του άγίου Ευγενίου, πού βασάνιζε και τιμωρούσε εξουσιαστικά τούς πονηρούς δαίμονες, διώχνοντάς τους βίαια μέσ’ από τον ταλαίπωρο άνθρωπο.
Άφριζε και ίδρωνε και χτυπιόταν ο Σκύθης, ώσπου ελευθερώθηκε εντελώς από τ’ ακάθαρτα πνεύματα.
Ειρηνικός πια και ανενόχλητος, σιχάθηκε την παλιά του ζωή, και δεν έπαψε ποτέ νά ευχαριστεί τον θαυματουργό μάρτυρα πού τον ευεργέτησε.

Ο λειτουργός άγγελος

ΣΤΗΝ Κύπρο, στο χωριό Τραχιάδες, δέκα χρόνια πριν από την άλωση του νησιού (1571), ζούσε κάποιος ανάξιος ιερέας.
Με τη συνεργεία του πονηρού είχε πλανεύει και είχε μάθει στην εντέλεια τη μαγική τέχνη.
Είχε φτάσει μάλιστα στο κατάντημα νά τρώει και νά πίνει σε ιερά σκεύη μαζί με πόρνες!
Ή θεία δίκη όμως σύντομα τον τιμώρησε.
Μόλις πληροφορήθηκε ο άρχοντας της περιοχής την πολιτεία του, τον καταδίκασε σε θάνατο.
Κι όταν ο μελλοθάνατος οδηγήθηκε στη μέση του αμφιθεάτρου, κάποιος σύμβουλος του άρχοντα τον ρώτησε:
Πες μου, μιαρέ, με τι καρδιά, με τι χείλη, με τι χέρια τολμούσες νά πλησιάζεις τον Αμόλυντο;
Δεν έτρεμες μήπως σε κάψει κεραυνός, μήπως σε καταπιεί ή γη;
Πώς τολμούσες Εσύ, πού προσκυνούσες το διάολο, νά μεταδίδεις στους χριστιανούς τα θεία Μυστήρια;
Ορκίζομαι στο Θεό πού πρόκειται νά με κολάσει, απάντησε τότε εκείνος, πώς άπ’ την ώρα πού έγινα μάγος και φαρμακός, δεν λειτουργούσα εγώ.
Μόλις έμπαινα στο άγιο βήμα, κατέβαινε άγγελος από τον ουρανό, με έδενε πισθάγκωνα στην κολόνα και τελούσε εκείνος τη λειτουργία.
Τέλος, αφού κοινωνούσε Το λαό, μ’ έλυνε και έφευγα.

Ή αμετανόητη γυναίκα

ΚΑΠΟΤΕ, μία γυναίκα ζούσε με νηστείες και προσευχές.
Φαινόταν εξωτερικά ευλαβής, είχε όμως πολλή υπερηφάνεια και πίστευε πώς ήταν άγία.
Είχε επίσης τόση μνησικακία, πού, αν μάλωνε με κάποια άλλη, όχι μόνο δεν τη συγχωρούσε, μα ούτε ήθελε νά την ξαναδεί στα μάτια της.
Κάποτε αρρώστησε και κάλεσε τον πνευματικό, άλλά δεν εξομολογήθηκε καθαρά. αυτό
Το συνηθίζουν μερικοί επιπόλαιοι χριστιανοί, πού κρύβουν τις μεγάλες αμαρτίες και φανερώνουν τις μικρές.
Τέλος, όταν ο ιερέας έφερε τα ‘Άγια για νά την κοινωνήσει, εκείνη γύρισε στον τοίχο το πρόσωπο και δεν μπορούσε ούτε να αντικρίσει τον Θειο μαργαρίτη.
Την ίδια στιγμή, με θεία παραχώρηση, ομολόγησε με δυνατή φωνή:
Όπως εγώ από υπερηφάνεια δεν συγχωρούσα όσους μου έφταιγαν, αλλά τούς αποστρεφόμουν, έτσι τώρα αποστρέφει και ο Κύριος Το πρόσωπό Του από
.μένα και δεν θέλει νά μπει στην ανάξια ψυχή μου. δεν θα τον δω στην ουράνια βασιλεία, αλλά θα καίγομαι στην αιώνια κόλαση!
και μ’ αυτά τα λόγια ξεψύχησε…

«πυρ καταναλίσκον»

ΦΟΒΕΡΗ είναι ή επόμενη διήγηση του παπα Δημήτρη Γκαγκαστάθη (1902-1975) γι’ αυτούς πού κοινωνούν ανάξια τα άχραντα Μυστήρια:
Κάποια φορά με ειδοποίησαν νά πάω νά κοινωνήσω μία γριά, τη Ζωή Γκαγκαστάθη, 85 ετών, από καιρό κατάκοιτη.
Μόλις την κοινώνησα, φώναξε: ‘Μ’ έκαψε ή κοινωνία, έχω φωτιά, δώστε μου νερό, καίγομαι!
Έζησε ακόμα λίγες ώρες, ενώ διαρκώς φώναζε: ‘Κάηκα ή καημένη!’.
Ή γυναίκα αυτή υπέφερε από Το δαιμόνιο της καταλαλιάς. Το στόμα της δεν σταματούσε νά κατακρίνει.
‘Υπέφερε κι απ’ το δαιμόνιο της γαστριμαργίας. Κοινώνησε ανάξια, κι όταν πέθανε, το στόμα της έμεινε ανοιχτό, σαν νά ήθελε νά λέει ακόμα”.

Ή άδεια λαβίδα

Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ‘Ιάκωβος Τσαλίκης (1991) εξομολόγησε κάποτε μία γερόντισσα και της έβαλε κανόνα νά μην κοινωνήσει για τρία χρόνια.
Γιατί δεν κοινωνάς; τη ρώτησε μία μέρα ο ιερέας της ενορίας της. Μοι έβαλε κανόνα ο π. ‘Ιάκωβος, απάντησε
Εκείνη, και του είπε την αιτία. ‘Όχι γιαγιά, μη στενοχωριέσαι. Αυτός εΙναι αγράμματος καλόγερος.
Εγώ είμαι μορφωμένος και σόι λύνω τον κανόνα. Νά έρθεις την Κυριακή νά σε κοινωνήσω.
Καθώς όμως πλησίασε ή γιαγιά νά μεταλάβει, ένιωσε στο στόμα της την άγία λαβίδα άδεια και κρύα. δεν κατάλαβε τη γεύση της-θείας Κοινωνίας.
Το θαυμαστό γεγονός επαναλήφθηκε άλλες δύο Κυριακές, όπότε ή γυναίκα ανησύχησε και ξαναπήγε στο γέροντα ‘Ιάκωβο.
Παιδί μου, της είπε εκείνος, ο κανόνας δεν λύνεται. Πρέπει νά κάνεις τον κανόνα πού σόι έβαλα.
Το 1987, ο π. ‘Ιάκωβος εξομολόγησε μία κοπέλα, αλλά της απαγόρευσε νά κοινωνήσει.
Εκείνη τότε επισκέφθηκε κάποιον επίσκοπο, πού της επέτρεψε τη θεία μετάληψη.
Όταν όμως πλησίασε νά κοινωνήσει, ή άγία λαβίδα μπήκε άδεια στο στόμα της.
Αυτό ο παράδοξο και θαυμαστό επαναλήφθηκε κι άλλη φορά, όπότε ή κοπέλα τρόμαξε, μετανόησε και πήγαινα εξομολογηθεί πάλι στον π. ‘Ιάκωβο.

Θαυμαστές αλλοιώσεις

ΟΤΑΝ κοινωνώ τούς ανθρώπους, διηγιόταν χαρακτηριστικά άλλοτε ο μακαριστός γέροντας
Ιάκωβος, ποτέ δεν κοιτάζω τα πρόσωπά τους.
Μερικές φορές όμως μου λέει ο λογισμός νά τα κοιτάξω.
Τότε βλέπω μερικά πρόσωπα νά έχουν μορφή σκύλου, πιθήκου ή άλλων ζώων.
Είναι φοβερή ή μορφή τους. Βλέπω όμως και μερικά ήρεμα και ιλαρά πού μετά τη θεία μετάληψη λάμπουν σαν τον ήλιο.
μία φορά του είπε κάποιος συλλειτουργός του:
Μ’ έκαψε ή θεία Κοινωνία!…
Εγώ, απάντησε ο γέροντας, δεν αισθάνθηκα νά με καίει.
Αντίθετα, ζούσε τόσο έντονα τη μέθεξη του δεσποτικού Σώματος, ώστε ανακαινιζόταν ψυχικά και σωματικά.
Σήμερα πού κοινώνησες, είπε σ’ ένα πνευματικό του παιδί, βλέπεις πώς αισθάνεσαι; Εγώ αισθάνομαι έτσι πάντοτε. Ό Χριστός βρίσκεται μέσα μου πάντα.

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 5 (1 ψήφος)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.